ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η επιστροφή στη γενέτειρα Σμύρνη

i-epistrofi-sti-geneteira-smyrni-2165810

Αλεξανδρινός την καταγωγή, ας γεννήθηκε στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου νιώθει πολύ κοντά μουσικά με τη Σμύρνη του ’22. Στο Παλαιό Φάληρο, όπου ζει εδώ και πολλά χρόνια, ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων κουβαλούν –όπως λέει– μέσα τους την παράδοση του Τσεσμέ, της Πόλης, της Iμβρου. Κάπως έτσι ξεκινάμε τη συζήτηση για τη «Ρόζα της Σμύρνης», της νέας ταινίας του Γιώργου Κορδέλλα, μιας ρομαντικής ερωτικής ιστορίας που ξεκινάει το 1922 και φτάνει στην Αθήνα της δεκαετίας του ’80. Ενας απαγορευμένος έρωτας που γίνεται αφορμή να γεννηθεί ένας καινούργιος.

«Ενας συμβολισμός στις σχέσεις δύο εθνών μέσω μιας ερωτικής ιστορίας», έτσι χαρακτηρίζει την ταινία ο Δ. Παπαδημητρίου. «Το πρώτο γοητευτικό στοιχείο για μένα είναι ότι πρόκειται για μια ταινία εποχής. Οταν αναφερόμαστε σε τέτοιες ταινίες, στον νου έρχεται π.χ. ο Μεσοπόλεμος, δεν σκεφτόμαστε τη δεκαετία του ’80. Ομως, έχει ενδιαφέρον να ασχολείσαι με μια εποχή που έζησες κι έχεις ακόμα την οσμή της».

Τον ενδιαφέρει, ωστόσο, ο συμβολισμός πίσω από την ερωτική σχέση: «Η δυνατότητα της συνύπαρξης των λαών που για μένα είναι σημαντική και δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιέται. Συνήθως τα διπλωματικά πλάνα που εκπονούνται σε γραφεία μπορεί είναι εντελώς αντίθετα από τα αισθήματα των ανθρώπων, παρότι αυτοί καθορίζουν τις σχέσεις, τη συνύπαρξη ή την εχθρότητα των λαών». Οσο για τις προκλήσεις που πληθαίνουν τελευταία εις βάρος μας, «δεν είναι των απλών ανθρώπων, αλλά κάποιων πολιτικών. Η εμπειρία που είχαμε από συναυλία που δώσαμε με τη Φωτεινή Δάρρα στην Αγία Ειρήνη της Πόλης, μου έδειξε ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε».

Πώς συγκινείται ένας Αιγυπτιώτης με τη Σμύρνη; «Υπάρχουν πολλά κοινά. Στην Αλεξάνδρεια ζωγραφίσαμε με φόντο τον αιγυπτιακό πολιτισμό που έδινε μια τρίτη διάσταση σε ό,τι γινόταν. Με την ίδια λογική επηρεάστηκαν Πολίτες και Σμυρνιοί από τους Τούρκους. Η διαφορά μας είναι ότι στην πρώτη περίπτωση, οι Αιγυπτιώτες δεν ήμασταν σε δικά μας εδάφη, ενώ στους Πολίτες και στους Σμυρνιούς συνέβη το αντίθετο. Αυτό μας κάνει κοσμοπολίτες με την έννοια ότι είμαστε υποχρεωμένοι να είμαστε πιο σεβαστικοί. Αντίστοιχος κοσμοπολιτισμός υπάρχει και στους Πολίτες, αλλά με μια μικρή διαφορά: Ηταν λιγότερες οι επιρροές –δεν ήταν τόσο παγκόσμιες όσο ήταν η Αλεξάνδρεια–, αλλά οι ίδιοι ήταν πιο ανοιχτόμυαλοι όσον αφορά την αποδοχή του διαφορετικού».

Η δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα στην οποία «προσγειώνεται» ο θεατής της ταινίας, είναι η «εποχή στην οποία ήταν πιο «ζωντανά» τα εθνικά ζητήματα με μια όμως διαφορετική επίστρωση. Ο ήρωας της ταινίας ξεκινάει με έναν εθνικό φανατισμό εναντίον των Τούρκων και καταλήγει στην ανάγκη της συνύπαρξης. Μια διαφοροποίηση που διατρέχει την ιστορική εποχή από το 1980 έως σήμερα. Η Ελλάδα τότε δεν είχε ακόμη ζήσει οικονομικές δόξες. Ηταν στην περίοδο του αγώνα που μόλις είχε βγει από τη χούντα, προσπαθούσε να ανέβει, επομένως ήταν πιο ιδεαλιστική και άκαμπτη».

Οι μελωδίες του Δ. Παπαδημητρίου στο cd «Ρόζα της Σμύρνης» (Feelgood) αλλά και τα τέσσερα τραγούδια που ερμηνεύουν η Χάρις Αλεξίου, ο Μανώλης Μητσιάς και η Αρετή Κετιμέ, έχουν το ηχόχρωμα της Ανατολής, τον ήχο του μπουζουκιού, του τζουρά, του λαούτου, του νέι. «Με τον Γ. Κορδέλλα συνεργαζόμαστε εδώ και 20 χρόνια από την “Αναστασία”. Είναι όμως και στιχουργός τραγουδιών μου, όχι μόνο αυτών της “Ρόζας” αλλά και του “Φεύγα” με τη Φωτεινή Δάρρα, “Αν είσαι πλάι μου” με τον Δημήτρη Μητροπάνο κ.ά.».

Μουσικά στην ταινία συγκινεί κάτι ακόμη: «Είναι ένα ήσυχο αντίπαλον δέος στην ευρωπαϊκότητα. Η άλλη μεριά που καταπιέζεται και τείνει να εξαφανιστεί, κάτι που βλέπουμε και στη μουσική. Πολλά ραδιόφωνα δείχνουν μια μικρή αντιπάθεια προς το λαϊκό ρεπερτόριο που μεταφέρει αυτή την καταγωγή. Αν έχει μπουζούκι σήμερα το τραγούδι, δεν το παίζουν. Θέλουν το άκουσμα, παιγμένο όμως από κιθάρα ή μαντολίνο. Τα μαγαζιά της παραλίας δεν έχουν μπουζούκι στην ορχήστρα. Οι μπουζουξήδες έχουν χάσει τη δουλειά τους κι όσοι έχουν δουλειά στις μεγάλες πίστες, εμφανίζονται μετά τα μεσάνυχτα για 40 λεπτά και φεύγουν».

Μετά τον «Ερωτικό Λόγο» του Σεφέρη, ετοιμάζει στη Στέγη τους «Μετασχηματισμούς 2 » (μεταφράσεις ποιημάτων του Χάινριχ Χάινε από τον κύκλο τραγουδιών του Ρόμπερτ Σούμαν), νέα τραγούδια σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου με τη Φ. Δάρρα, ενώ κυκλοφορούν οι «Μπαλάντες της Οδού Ατθίδων» σε ποίηση Διονύση Καψάλη με τον Γιώργο Φλωράκη. Οργανωτικός «αλλά αδήλως», όπως τονίζει γελώντας, ο Δ. Παπαδημητρίου έχει ένα γραφείο μονίμως άτακτο, ωστόσο ο ίδιος γνωρίζει πού είναι κάθε τι. Γράφει από έξι έως δεκατέσσερις ώρες την ημέρα, αν πρόκειται να καταπιαστεί με συμφωνικό έργο. Είναι βραδινός τύπος «γιατί είναι η ώρα που σταματάνε όλα», και, πριν ξεκινήσει, θέλει μια ώρα σιωπής. «Συνήθως μαγειρεύω ή χαζεύω κάτι».

Η γνώμη του για το νέο σινεμά της εποχής; «Είμαι υπέρ κάθε καινούργιου πράγματος που πάει να δημιουργηθεί και μπορώ να γίνω αυστηρός στην κριτική μου, όταν ολοκληρωθεί. Στην Ελλάδα είμαστε πολύ αυστηροί με τους νέους και ανεκτικοί με τους παλιούς στους οποίους δίνουμε συγχωροχάρτι. Μέγιστο και ασύμφορο λάθος. Δεν γίνεσαι μεγάλος καλλιτέχνης με το καλημέρα σας».

Περνάμε από τα Βραχώδη Ορη

Η δισκογραφία είναι επίσης ένα τοπίο γεμάτο αλλαγές. «Οι δίσκοι έγιναν carte de visite των τραγουδιστών για περισσότερες εμφανίσεις κι απολαβές». Στο Διαδίκτυο, από την άλλη, «έχεις τη δυνατότητα να προτείνεις τη δουλειά σου σε πολύ κόσμο με λίγη διαφήμιση. Βλέπω τραγούδια μου που τώρα τα ανακαλύπτει το κοινό. Παλιά προχωρούσε ό,τι “έσπρωχναν” η εταιρεία και το ραδιόφωνο. Θυμάμαι όταν πρότεινα την “Αναστασία” ως μουσική υπήρχε σκεπτικισμός. Στο “Λόγω τιμής” (το εμπορικότερο όλων μαζί με το ”Λένη”) οι εταιρείες νόμιζαν ότι τρελάθηκα. Αν δεν υπήρχε η τηλεόραση που τότε έπαιζε τον ρόλο του σημερινού Διαδικτύου, δεν θα είχαν γίνει πολλά».

Η συζήτηση κλείνει με τα σκαμπανεβάσματα της χώρας. «Είναι ένα ταξίδι και τώρα περνάμε από τα Βραχώδη Ορη. Πρέπει να παράξουμε νέο ήθος. “Σκέψου διαφορετικά”, αυτό θα φέρει το καινούργιο. Αλλά κι αυτό θα αργήσει».

​​Η ταινία «Ρόζα της Σμύρνης» βγαίνει στις 22 /12 από τη Feelgood.