ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Νέες ταινίες: Ενας υπόκωφος Τζεφ Μπρίτζες και ένα ελληνικό θρίλερ με αριθμούς

nees-tainies-enas-ypokofos-tzef-mpritzes-kai-ena-elliniko-thriler-me-arithmoys-2170771

Ενας σπουδαίος Τζεφ Μπρίτζες είναι το κέντρο βάρους στο «Πάση θυσία» («Hell or High Water») (****). H ερμηνεία του, υπόκωφη δύναμη σε μια μυθοπλασία όπου συγκλίνουν η γκανγκστερική περιπέτεια και το γουέστερν, δίνει βάθος σε μια ιστορία που φαίνεται κοινότοπη στην πρώτη επιπόλαιη ματιά.

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Μακένζι («Γροθιές στους τοίχους»), στην πρώτη του χολιγουντιανή εμπειρία, αφηγείται την περιπέτεια δύο παρανόμων, των αδελφών Τόμπι και Τάνερ Χάουαρντ, οι οποίοι χτυπούν μικρά υποκαταστήματα τραπεζών στο δυτικό Τέξας για να πληρώσουν το χρέος τους και να γλιτώσουν το πατρικό τους ράντσο. Στο κατόπι τους θα βρεθούν ο ρέιντζερ Μάρκους Χάμιλτον, ο οποίος όπου να ’ναι συνταξιοδοτείται, και ο Μεξικανοϊνδιάνος βοηθός του.

Δεν θα πιστέψετε πόσο στιβαρή και πολυεπίπεδη ταινία δημιούργησαν ο Μακένζι και οι συνεργάτες του ακολουθώντας αυτήν τη λιτή αφηγηματική γραμμή. Πλούσια σε συγκίνηση, αλλά και σε κινηματογραφικές αναφορές (τέλεια αλεσμένες και διάσπαρτες σε εικόνες όπου το στυλ δεν είναι διέξοδος διαφυγής του σκηνοθέτη, αλλά δυναμικό στοιχείο της φόρμας).

Για λειτουργικούς λόγους, που φωτίζουν τη ραχοκοκαλιά του «Πάση θυσία» και όχι για συγκρίσεις, θα σας θυμίσω το «Παρίσι, Τέξας». Εκεί, ο Βιμ Βέντερς εξέφρασε αρχικά την αγάπη του στο κλασικό γουέστερν (κυρίως στον Τζον Φορντ και στην «Αιχμάλωτη της ερήμου») για να εκθέσει στη συνέχεια την ουσία της προβληματικής του γύρω από το ρήγμα στην οικογένεια, που έχει φέρει αλλοτρίωση και δυστυχία.

Τηρουμένων των αναλογιών, κάνει το ίδιο σήμερα και ο Μακένζι. Αρχίζει από το κάδρο του κλασικού γουέστερν (τον ανοιχτό ορίζοντα της πάλαι ποτέ Αγριας Δύσης), δίνοντας στον λυρισμό έντονο χρώμα ελεγείας με τη βοήθεια του φωτογραφικού στυλιζαρίσματος. Εδώ δεσπόζει το κοινωνικό δράμα (η απληστία των τραπεζών, που μετέτρεψαν σε κόλαση τον ευλογημένο παράδεισο), αλλά και το οικογενειακό (τα θρύψαλα των Χάουαρντ). Πιο βαθιά στο κάδρο του, πίσω από την κόλαση των δύο αδελφών, ο ρέιντζερ Μάρκους ζει μέσα του φουσκοθαλασσιά. Η περιπέτεια, που γι’ αυτόν είναι υπόκωφη, θα τον μεταμορφώσει από γραφικό ρατσιστή καουμπόη σε μετέωρο πατέρα στο κέντρο αυτής της κόλασης.

Οι δύο ληστές, ο Τόμπι και ο Τάνερ, ξέρουν ποιοι είναι. Ο αναχρονιστικός ρέιντζερ είναι αυτός που τώρα αποκτάει συνείδηση της ύπαρξής του. Το Χόλιγουντ των μεγάλων ηθοποιών και ταινιών παραμένει ζωντανό.

Εκπληξη ευχάριστη είναι το «Ετερος εγώ» (***), καλοστημένη ελληνική εμπορική ταινία. Ο Σωτήρης Τσαφούλιας, ο οποίος έγραψε και το σενάριο, αφηγείται μια αστυνομική ιστορία με φόντο τη σημερινή Αθήνα. Ο ήρωάς του, Δημήτρης Λαΐνης, μοναχικός και μελαγχολικός καθηγητής Εγκληματολογίας, είναι κομμένος και ραμμένος στο πατρόν του… serial killer. O Λαΐνης θα προσφύγει στον Πυθαγόρα και στους «φίλιους αριθμούς», για να λύσει τον γρίφο μιας σειράς φόνων. Ο Τσαφούλιας έριξε καλογραμμένο μυστήριο στη συνταγή του θρίλερ (στην κλιμάκωση του σασπένς αντιγράφει λιγάκι τον παλιό Ντε Πάλμα)· χρησιμοποίησε και στερεότυπα του τρόμου, αλλά και του σπλάτερ, ως καρυκεύματα για να προκαλέσει και πιο καλτ συγκινήσεις.

Η «Αρνηση» (** ½) του Μικ Τζάκσον αναφέρεται στην πολύκροτη δίκη, στο Λονδίνο το 2000, στην οποία ο Ντέιβιντ Ιρβινγκ, αρνητής του Ολοκαυτώματος, στράφηκε κατά της Εβραίας ιστορικού Ντέμπορα Λίπσταντ.

Στην «Καλή σύζυγο» (***), η ηθοποιός Μιργιάνα Καράνοβιτς σκηνοθετεί τον εαυτό της σε ένα οικογενειακό δράμα με διαστάσεις πολιτικού θρίλερ, γύρω από εγκλήματα πολέμου από Σέρβους στη Γιουγκοσλαβία.

Στο «Με τα μάτια ανοιχτά» (**), η Λέιλα Μπουζίντ περιγράφει την ασφυξία μιας 18χρονης που αγαπάει το ροκ στη σημερινή Τυνησία.