ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Αναζητώντας την τρέλα της νιότης

trainspoting1

Πώς καταφέρνεις να επαναλάβεις δημιουργικά τον εαυτό σου; Πώς μπορείς να βρεις τη φλόγα που έκαιγε μέσα σου 20 χρόνια πριν; Είναι τελικά δυνατόν να γυρίσει κάποιος πίσω στη νεότητά του; Με αυτά τα ερωτήματα μπροστά του, απειλητικά σαν τον χρόνο που περνάει, φαντάζομαι τον Ντάνι Μπόιλ να αποφασίζει να επανέλθει στο θρυλικό κινηματογραφικό εγχείρημα που σημάδεψε την καριέρα του, αλλά και μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που το είδαν. Το «Τrainspotting», άλλωστε, είναι από εκείνες τις ταινίες που διαπερνούν την ποπ κουλτούρα οριζόντια και κάθετα, δημιουργώντας γύρω τους έναν καλτ μύθο που τους χαρίζει την αθανασία. Και τώρα, 21 χρόνια αφότου η παρέα του Εδιμβούργου διαλύθηκε θριαμβευτικά, ο δημιουργός της μαζεύει ξανά όλες τις γνωστές φάτσες στον τόπο του «εγκλήματος» για ένα τελικό ξεκαθάρισμα. Ή μήπως όχι;

Δύο δεκαετίες μετά τη φυγή –και την εξαπάτηση των φίλων του–, ο Μαρκ Ρέντον (Γιούαν Μακ Γκρέγκορ) επιστρέφει από το εξωτερικό στην παλιά του γειτονιά. Εκεί θα βρει τον παλιόφιλο Sick Boy (Τζόνι Λι Μίλερ), τον Σπαντ (Γιούεν Μπρέμνερ) κι ακόμα τον πρόσφατα σκαστό από τη φυλακή Φρανκ Μπέγκμπι (Ρόμπερτ Καρλάιλ). Οι τέσσερίς τους, μαζί με τη νεαρή Βερόνικα, θα εμπλακούν σε νέες περιπέτειες καθώς ο Μπέγκμπι αναζητά λυσσασμένα να εκδικηθεί τον Μαρκ. To (προφανές) πρόβλημα με αυτά τα σίκουελ μεγάλων ταινιών του παρελθόντος είναι πως πνίγονται συνήθως μέσα σε έναν ωκεανό νοσταλγίας. Οι δημιουργοί τους προσπαθούν απλώς να δώσουν στο κοινό λίγη από την αίσθηση της παλιάς απόλαυσης, να του κλείσουν το μάτι θυμίζοντάς του οικείους κώδικες και σύμβολα, καταλήγοντας κατά κανόνα σε νερόβραστες αντίγραφες.

Εδώ ωστόσο έχουμε να κάνουμε με τον Ντάνι Μπόιλ. Ο Βρετανός σκηνοθέτης έχει κατηγορηθεί ήδη από την κριτική πως δεν αξιοποιεί το σίκουελ για να σχολιάσει τη σύγχρονη Βρετανία, με τον τολμηρό τρόπο που το έκανε η πρώτη ταινία. Και πράγματι, αν εξαιρέσουμε έναν χειμαρρώδη μονόλογο του Μαρκ με τα γνωστά «Choose…» σε έκδοση 2017, το υπόλοιπο φιλμ ελάχιστα ασχολείται με κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, το σεναριακό βάρος πέφτει πάνω στους ίδιους τους χαρακτήρες· αυτούς τους τύπους που στα 40-45 τους ψάχνουν απεγνωσμένα να επανασυνδεθούν με την τρέλα της νιότης τους. Το θέμα του φιλμ δεν είναι η νοσταλγία αλλά η εγγενής τάση του ανθρώπου να γυρίζει πίσω με τον νου και να εξιδανικεύει μια εποχή που αισθανόταν νέος και άτρωτος. Ειδικά για τη συγκεκριμένη παρέα, τη σημαδεμένη με ένα σωρό τρόπους από τις καταχρήσεις, το τέλμα του παρόντος μοιάζει δυο φορές αμείλικτο.

Φυσικά και το νέο «Τrainspotting» δεν αποτελεί κάποιο φιλοσοφικό πόνημα. Ο ρυθμός του είναι πυρετώδης, οι ατάκες του ωμές και αφτιασίδωτες, οι προβληματισμοί του απλοί και κατανοητοί. Και αν οι πρωταγωνιστές δείχνουν λίγο μεγάλοι για τρέλες (εξαίρεση ο απερίγραπτος και πάλι Γιούεν Μπρέμνερ), ο Μπόιλ φροντίζει να τους προστατεύσει επαρκώς: η ταινία του σέβεται την ηλικία και τον σκοπό της αντί να αρχίσει τις κόντρες σφηνάκια με τον 20χρονο εαυτό της.

Το βαρόμετρο της εβδομαδας

«Η πιο ευτυχισμένη μέρα στη ζωή του Ολι Μάκι» αφηγείται την αληθινή ιστορία του Φινλανδού μποξέρ Ολλι Μάκι, ο οποίος το 1962 έφτασε να αγωνιστεί για τον παγκόσμιο τίτλο. Ο πρωτοεμφανιζόμενος στις μεγάλου μήκους ταινίες Γιούχο Κουοσμάνεν δημιουργεί ένα αντισυμβατικό βιογραφικό στιγμιότυπο, ολότελα ξένο στις κλασικές «ηρωικές» ιστορίες που σχετίζονται με τον αθλητισμό. Η σωματική υπερπροσπάθεια της προετοιμασίας σε συνδυασμό με τις επικοινωνιακές υποχρεώσεις του αγώνα μοιάζουν να μάχονται τον πρωταγωνιστή πριν ακόμη μπει στο ρινγκ. Από την άλλη, ο έρωτας για την όμορφη Ράιγια χρωματίζει τις μέρες του και τον προκαλεί να ανακαλύψει το κλειδί της προσωπικής του ευτυχίας. Οι δύο αντίρροπες δυνάμεις είναι σχεδόν απτές πάνω στο πρόσωπο του εξαιρετικού πρωταγωνιστή Γιάρκο Λάχτι. Ολα αυτά γυρισμένα σε ιδανική ασπρόμαυρη φωτογραφία, η οποία επιβραβεύτηκε στην κατηγορία «Ενα κάποιο βλέμμα» στο Φεστιβάλ Καννών.

O Χιου Τζάκμαν επιστρέφει για το τελευταίο και καλύτερο μέρος της τριλογίας, αφιερωμένης στον Γούλβεριν, τον πιο ενδιαφέροντα ίσως από τους χαρακτήρες των Χ-Men. Το «Λόγκαν» βρίσκει τον ήρωα στο έτος 2029, ρημαγμένο σωματικά και πνευματικά να κάνει δουλειές του ποδαριού για να ζήσει. Η δράση ξεκινά όταν εκείνος θα αναζητήσει τον κρυμμένο Καθηγητή Χ, κάπου στα μεξικανικά σύνορα. Με ατμόσφαιρα που θυμίζει γουέστερν και έναν πρωταγωνιστή ταυτισμένο πια με τον συγκεκριμένο ρόλο (τον υποδύεται περίπου 20 χρόνια), ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Τζέιμς Μάνγκολντ υπογράφει μια ισορροπημένη περιπέτεια, ανώτερη από τις περισσότερες απόπειρες του είδους.