ΜΟΥΣΙΚΗ

Συναρπαστική βραδιά μουσικής δωματίου στον «Παρνασσό»

synarpastiki-vradia-moysikis-domatioy-ston-parnasso-2301518

Παρότι δεν απέχει πολύ από σταθμούς του μετρό και στην περιοχή υπάρχουν αρκετοί χώροι στάθμευσης, ο «Παρνασσός» βρίσκεται σε σημείο του κέντρου, που σήμερα είναι δυσπρόσιτο για αρκετούς. Η αίθουσα συναυλιών του, όμως, παραμένει μία από τις καλύτερες για μουσική δωματίου και συχνά φιλοξενεί ορισμένες από τις πιο ενδιαφέρουσες συναυλίες της πρωτεύουσας. Στις 4 Φεβρουαρίου το Κουαρτέτο με πιάνο «Κορνέιγ» έπαιξε με πρωτοφανή αφοσίωση έργα των Μότσαρτ, Μπραμς και Σούμαν.

Η εμφανής πίστη των μουσικών στα έργα έδειξε πόσο συναρπαστικές και ενδιαφέρουσες μπορεί να ηχήσουν αυτές οι παρτιτούρες των διακοσίων ετών ακόμα σήμερα. 

Στον βιολονίστα Νοέ Ινούι και στον πιανίστα Βασίλη Βαρβαρέσο ως ντούο είχε γίνει αναφορά με αφορμή Σονάτες του Μότσαρτ («Κ», 29.02.2016). Διαθέτοντας έντονες μουσικές προσωπικότητες φαίνεται να συνεργάζονται άψογα. Το αποτέλεσμα είναι κατ’ αρχάς εκρηκτικές ερμηνείες, όπως στο δεύτερο μέρος του Κουαρτέτου αρ. 3 του Μπραμς, το οποίο μαζί με τους συναδέλφους τους επανέλαβαν και εκτός προγράμματος. Ομως, με ανάλογη επιτυχία ανέδειξαν επίσης λυρικές ενότητες ή μικρές στιγμές με χιούμορ σε όλα τα έργα του προγράμματος. Από την ποιότητα των ερμηνειών τους φαινόταν ότι είχαν ασχοληθεί σοβαρά με τα μουσικά κείμενα, προχωρώντας πέρα από το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης. Στο πλαίσιο του κουαρτέτου «Κορνέιγ» οι δυο τους συνεργάστηκαν με την Ολλανδή Ελα βαν Πάουκε, τσελίστρια με υπέροχο, τονικά ασφαλή ήχο και μεγάλη μουσικότητα. Αξιοποιήθηκε ιδιαίτερα στο «αντάντε» του έργου του Μπραμς που προαναφέρθηκε, αλλά και στο «αντάντε καντάμπιλε» από το έργο 47 του Σούμαν, που ήχησε πραγματικά «καντάμπιλε», δηλαδή «μελωδικό» και «τραγουδιστό», όπως το προβλέπει ο συνθέτης.

Το κουαρτέτο συμπλήρωνε ο Γεωργιανός βιολίστας Γκεόργκι Κοβάλεφ, ισάξιος των άλλων μουσικών, όπως φάνηκε ειδικά στο τρίτο μέρος του κουαρτέτου του Μπραμς, κατά την εξαίσια συνομιλία, πνευματικά διεγερτική και συναισθηματικά πλούσια, που είχαν τα τρία έγχορδα με τη στήριξη του πιάνου.

Η βραδιά ξεκίνησε με το δεύτερο Κουαρτέτο Κ. 493 του Μότσαρτ, το οποίο αποδόθηκε σβέλτα, ανάλαφρα, με χάρη και κομψότητα. Φάνηκε ότι οι μουσικοί του κουαρτέτου «Κορνέιγ» ανήκουν σε μια γενιά η οποία αντιλαμβάνεται και μπορεί πρακτικά να διακρίνει και να αποδίδει εποχές, στυλ αλλά και τη συγκεκριμένη ταυτότητα ενός έργου.

Η έντονη ορμή, στα όρια του εκρηκτικού, που χαρακτήρισε την ερμηνεία του κουαρτέτου του Μπραμς, επιχείρησε να εγγράψει το έργο στις σύγχρονες ερμηνευτικές πρακτικές, χωρίς όμως να προδώσει την αισθητική της μουσικής.

Από αυτή την άποψη, επιτυχέστερη όλων υπήρξε η ερμηνεία του κουαρτέτου του Σούμαν, ίσως επειδή στο συγκεκριμένο έργο συναντά κανείς μια τεράστια παλέτα αποχρώσεων, η οποία επιτρέπει σε ερμηνευτές με μουσικότητα και φαντασία να ξεδιπλώσουν ένα αντίστοιχα πλούσιο κόσμο συναισθημάτων.