ΜΟΥΣΙΚΗ

Συναυλία πνευματικά διεγερτική και μουσικά απολαυστική

synaylia-pneymatika-diegertiki-kai-moysika-apolaystiki-2302616

Πάει περίπου μία εικοσαετία από τότε που η Μοραβή μεσόφωνος Μαγκνταλένα Κόζενα εμφανίστηκε στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» στο πλαίσιο του κύκλου «ανατέλλοντα αστέρια», δροσερή, ακτινοβολώντας νιάτα και αυτοπεποίθηση.

Επέστρεψε φέτος, στις 11 Φεβρουαρίου στην αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» ως αστέρι πρώτου μεγέθους, παραμένοντας όμως χαρακτηριστικά σεμνή – υπάρχουν και αυτά στον λαμπερό κόσμο της όπερας. 

Με φωνή γλυκιά και βελούδινη, πιο γεμάτη και ισχυρή από ποτέ, πάντα άριστα ελεγχόμενη, τονικά απολύτως σίγουρη και με φυσική μουσικότητα, έκανε τις ερμηνευτικές επιλογές της να μοιάζουν αυτονόητες.

Τα πορτρέτα που προσέφερε ήταν δουλεμένα στη λεπτομέρειά τους: ξεκινούσαν από το κείμενο, του οποίου οι μεταπτώσεις εκφράζονταν μέσα από τις αποχρώσεις του τραγουδιού.

Παραμένοντας πιστή στη μουσική των Γκλουκ, Χάιντν και Μότσαρτ, δηλαδή στο ρεπερτόριο στο οποίο ταιριάζει καλύτερα το ταλέντο της, η μεσόφωνος φανέρωσε τη γνώση και το ουσιαστικό ενδιαφέρον της γι’ αυτό, επιλέγοντας αρκετές σπάνια παρουσιαζόμενες άριες πλάι σε άλλες, γνωστές στο ευρύ κοινό. Τις απέδωσε σε μουσικά προσεγμένες ερμηνείες, με πρωτότυπα διανθίσματα κι ένα τραγούδι στυλιστικά ενημερωμένο. Ετσι, λόγου χάριν, από τους «Γάμους του Φίγκαρο» ερμήνευσε τόσο την άρια που συνέθεσε ο Μότσαρτ για τη Σουζάνα σε δεύτερο χρόνο, όσο και το ροντό για τον ίδιο ρόλο, που ο συνθέτης τελικά εγκατέλειψε πριν από την ολοκλήρωση της όπερας. Απέδωσε με απίστευτη γλυκύτητα και δίχως ίχνος επιτήδευσης το «τραγούδι» του Κερουμπίνο από την ίδια όπερα, όπως επίσης δύο άριες του Σέξτου από τη «Μεγαλοψυχία του Τίτου», την εκτενή «Σκηνή της Βερενίκης» του Χάιντν, αποσπάσματα από την όπερα «Πάρις και Ελένη» του Γκλουκ και από τη θεατρική σερενάτα «Ο αναστατωμένος Παρνασσός» του ίδιου.

Ολα αυτά ανάμεσα στα τέσσερα μέρη της Συμφωνίας αρ. 40 του Μότσαρτ, που ερμήνευσε σε όργανα εποχής η «Ορχήστρα της εποχής του Διαφωτισμού» υπό τη μουσική διεύθυνση του Τζοβάνι Αντονίνι: Ενας Μότσαρτ που απέκτησε «ιταλική» γλυκύτητα, χωρίς να υπολείπεται σε σφρίγος στα ζωηρά μέρη.

Συνολικά, όπως και ειδικότερα στο κεντρικό τμήμα (Τρίο) του γ΄ μέρους, δεν αποφεύχθηκαν τα προβλήματα στα πνευστά, ειδικά στα κόρνα, συνήθη όχι μόνο στα σύνολα με όργανα εποχής. Ωστόσο, απολαυστικό υπήρξε το κλαρινέτο του Αντονι Πέι στην άρια του Σέξτου από την Α΄ Πράξη της «Μεγαλοψυχίας».

Κορυφαία στιγμή για τον Αντονίνι και τους μουσικούς του ήταν ο «Χορός των Ερινύων» από την όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Γκλουκ, που δόθηκε με θυελλώδη ένταση αλλά και ακρίβεια. 

Με τον σχεδιασμό της η βραδιά υλοποίησε με τον πιο γλαφυρό τρόπο τις σκέψεις γύρω από την έννοια του μουσικού έργου τις οποίες εξέφρασε με εξαιρετική σαφήνεια το 1992 η Λίντια Γκερ στο ρηξικέλευθο βιβλίο της «Το φανταστικό μουσείο των μουσικών έργων», εξαιρετικά μεταφρασμένο και στα ελληνικά.