ΜΟΥΣΙΚΗ

Στάματης Κόκοτας στην «Κ»: Εδινα την ψυχή μου στο τραγούδι

stamatis-kokotas-stin-k-edina-tin-psychi-moy-sto-tragoydi-2339693

Ηταν μέσα της δεκαετίας του ’80, μα το θυμάμαι σα να ήταν χθες: Εξω από το «Ζόναρς», κομψός, ευθυτενής και χαμογελαστός, ο Σταμάτης Κόκοτας διασχίζει βιαστικά την Πανεπιστημίου. Οι οδηγοί τον αναγνωρίζουν και τραβούν χειρόφρενο: «Γεια σου Σταμάτη!» χαιρετούν εγκάρδια. Εκείνος ανταποδίδει αρχοντικά και περνά απέναντι με σβελτάδα, αφήνοντας να αχνοφέγγει μόνο η γυαλάδα από το σένιο κοστούμι.

Πριν από λίγες ημέρες βρεθήκαμε σε ένα καφέ, δίπλα στον Αγιο Σώστη, στη λεωφόρο Συγγρού. Και, όπως τότε, αλλά και στις τρεις συνεντεύξεις που μεσολάβησαν σε αυτές τις δεκαετίες, ήρθε και πάλι πρώτος στο ραντεβού, και ας πήγα είκοσι λεπτά νωρίτερα από τη συμφωνημένη ώρα.

Ριγέ λαδί κοστούμι, λευκό πουκάμισο, άσπρα μοκασίνια, μακριά μαύρα μαλλιά όπως τον θυμόμαστε όλα αυτά τα χρόνια, και φυσικά με τις διάσημες φαβορίτες. Τα πράσινα μάτια έχουν την ίδια λάμψη και ο Σταμάτης Κόκοτας τη χαρακτηριστική του ευγένεια. Πίνουν ελληνικό καφέ με τη κομψή σύζυγό του, η οποία αποσύρθηκε ευγενικά, όταν ξεκίνησε η συζήτηση για την επανάκαμψή του. Τον είδαμε στο Καλλιμάρμαρο, στο αφιέρωμα για τον Μίκη Θεοδωράκη να τραγουδά τον «Καημό» και το «Στρώσε το στρώμα σου για δυο», με το ρεφρέν μάλιστα, στα γαλλικά. Ομως, σε λίγο καιρό κυκλοφορεί νέος του δίσκος με τίτλο «Ολα για μένα είσαι εσύ» (Sonar Music Elite).

Είναι αλήθεια, έπειτα από 35 χρόνια; «Δεν χρειάζεται να πείτε ακριβώς μαντάμ, παρά ότι είναι μεγάλα τραγούδια που θα απολαύσει ο κόσμος», λέει με σιγουριά. «Βγαίνει εντός των ημερών, σε cd και βινύλιο, με συνθέτη τον Θάνο Γεωργουλά και στιχουργό τον Σταύρο Γαλανάκη. Είναι καλά λαϊκά τραγούδια γιατί ξέρετε ότι είμαι επιλεκτικός και στον στίχο. Το “Ονειρο απατηλό” του Απόστολου Καλδάρα και της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου είναι ένα από τα μεγαλύτερα σουξέ στην Ελλάδα, αλλά και το “Γιε μου” επίσης του Απόστολου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που έγραψε και τον “Τρελό” σε μουσική Γιάννη Σπανού, και πόσα άλλα».

Χωρίς πούρο αυτή τη φορά, ακόμη μια συνήθεια που έκοψε. «Πάνε αυτά, ούτε αναπτήρα δεν έχω», γελάει, δείχνοντας το εσωτερικό του σακακιού. Θυμάμαι διηγήσεις ομοτέχνων του, ότι τα σακάκια του Κόκοτα είχαν εσωτερική τσέπη, ραμμένη έτσι, ώστε να μπαίνουν όρθια τα χαρτονομίσματα, για να μένουν κολλαριστά. Το 2012 ξέφυγε κολακευμένος από την ερώτηση, όμως είχαν να το λένε οι συνάδελφοί του, πόσο ανοιχτοχέρης ήταν.

«Πλούσιος σε αισθήματα, όχι σε λεφτά. Γιατί αυτός τα λεφτά τα σκορπάει, δεν τους δίνει σημασία». Ετσι είχε πει ο Ζαμπέτας για τον Κόκοτα στην Ιωάννα Κλειάσιου («Και η βρόχα έπιπτε… στρέιτ θρου», εκδ. Ντέφι). Γελάει σαν το ακούει. «Πράγματι, εγώ κυνήγησα την αγάπη του κόσμου και την κέρδισα. Το μυστικό της επιτυχίας μου ήταν ότι έδινα την ψυχή μου στο τραγούδι. Οπου πήγα, άφησα τη σφραγίδα μου: την ερμηνεία. Ολα αυτά κάνανε τον Σταμάτη να έχει πάντα ένα χαμόγελο για τον κόσμο».

Πενήντα τρία χρόνια καριέρας αν μετρήσουμε από το 1966, όταν ξεπρόβαλε με τη βοήθεια του Σταύρου Ξαρχάκου, σαν το νέο αστέρι. Αν προσθέσουμε και τα χρόνια που ήταν στο Παρίσι, είναι περισσότερα, αλλά αποφεύγει να τα μετρήσει: «Τι να λέμε τώρα. Σαν Σταμάτης είμαι ευχαριστημένος. Ο,τι περίμενα από τον κόσμο μού το έδωσε κι εγώ του έδωσα ό,τι δεν περίμενε… Ο,τι τραγούδησα έγινε σουξέ».

Στις «Διπλοπενιές» του Γιώργου Σκαλενάκη, με τους Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ, ο νεαρός Σταμάτης εμφανίζεται να παίζει μπουζούκι στην ορχήστρα. Τα τραγούδια «Στου Οθωνα τα χρόνια» και «Με τι καρδιά να σ’ αποχαιρετήσω» σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Σταύρου Ξαρχάκου στην ταινία ακούγονται από τον Παπαμιχαήλ, όμως αγαπήθηκαν από τον Κόκοτα στο  «Ενα μεσημέρι» που βγήκε στην Columbia. Τότε έλαμψε το άστρο του. Φρέσκια, μελωδική φωνή, ευγένεια, στιβαρό ύφος, μπολιασμένο με κάτι από τη διεθνή ποπ της εποχής. Τέλος της δεκαετίας του ’60 και για τα επόμενα χρόνια, ηχογραφεί τη μία επιτυχία μετά την άλλη με τους Ξαρχάκο, Μούτση, Καλδάρα, Σπανό, Χατζηνάσιο, αλλά και τον Τσιτσάνη και τον Θεοδωράκη. Και από στιχουργούς ένας κι ένας: Γκάτσος, Παπαδόπουλος, Παπαγιαννοπούλου, Παπαστεφάνου…

«Ο πατέρας ήταν γιατρός και η μητέρα τραπεζικός. Εμένα με κέρδισε το τραγούδι». Μια κιθάρα που του χάρισε η μητέρα του στα 14 τον ξεμυάλισε, μετά πήρε μέρος στο Τρίο Μπραζίλ. Πήγε στο Παρίσι να σπουδάσει ιατρική, όπως ήθελε η οικογένεια, όμως εκεί άρχισε το τραγούδι σε καμπαρέ.

Δίπλα στον Αζναβούρ

stamatis-kokotas-stin-k-edina-tin-psychi-moy-sto-tragoydi0
Ετρεχε και σε αγώνες. «Μου άρεσε το αυτοκίνητο, η ταχύτητα, έπαιξα όσο ήθελα, τώρα ούτε το καβαλάω».

«Εκανα και πολλή τηλεόραση. Δίπλα σε μεγάλους σαν τον Αζναβούρ, τον Ζιλμπέρ Μπεκό κ.ά. Αλλά και στην Ιταλία με τον Τζιάνι Μοράντι. Ελειψα οκτώ χρόνια. Η δουλειά πήγαινε πολύ καλά, ήμουν πανευτυχής, ήθελα να μείνω. Αλλά ο Σταύρος Ξαρχάκος, στον οποίο οφείλω πολλά, με είδε εκεί και μου πρότεινε να γυρίσω στην Ελλάδα. Στη Γαλλία βρήκα και τον Μίκη. Επειτα στην Ελλάδα ήταν να τραγουδήσω ένα έργο του, τελικά το είπε μια άλλη κυρία. Το μπαμ έγινε πράγματι το 1966 με τον Σταύρο και το “Ενα μεσημέρι”. Επειτα το “Ονειρο απατηλό” του Καλδάρα και πόσα ακόμη».

Φωνή γλυκιά με αίσθημα, έδεσε με την ευγένεια και το στυλ που υιοθέτησε.  «Ηταν δική μου ιδέα. Κάποιοι μου πρότειναν να εμπορευτώ τις φαβορίτες, αλλά βρήκαν βουνό απέναντι». Γνωστή εταιρεία, λένε, του έδινε 50 εκατ. δραχμές για να τις ξυρίσει διαφημίζοντας τα ξυραφάκια της. «Ο κόσμος με πίστεψε και με ακολούθησε. Αν δεν εμφανίζομαι συχνά, είναι γιατί η νυχτερινή διασκέδαση άλλαξε, δεν έχει τον κόσμο που είχαμε εμείς».

Με όλους του συναδέλφους, λέει, τα πήγαινε καλά. «Με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση δουλεύαμε 17 χρόνια μαζί και ποτέ δεν είπαμε ο ένας στον άλλον κάτι πιο πέρα. Από τις 9 το βράδυ μέχρι το ξημέρωμα. Εγώ δούλευα και παραπάνω γιατί ο Ωνάσης μου ζητούσε να τραγουδάω για τους διάσημους καλεσμένους του».

Είχε ακριβά χόμπι και πολλά πολυτελή αυτοκίνητα. Αλλά όχι συμπεριφορά σταρ. «Δεν το καταδεχόμουν». Οι φωτογραφίες του ως οδηγού αγώνων φιγουράριζαν στα πρωτοσέλιδα. «Μου άρεσε το αυτοκίνητο, η ταχύτητα, έπαιξα όσο ήθελα, τώρα ούτε το καβαλάω». Είχε, όντως, και Ρολς Ρόις; «Βέβαια είχα, την έδωσα. Και άλογα είχα. Εγώ και ο Μπάρλος. Ο Στράτος (σ.σ. Διονυσίου) ακολούθησε πολύ αργότερα. Είχε κάτι λίγα». Εμεινε κάτι απ’ όλα αυτά, αποταμίευσε; «Εντάξει καλά είμαστε, υπάρχουν χειρότερα για να μην αναφέρω τα κατώτατα».

Η λατρεία των γυναικών είναι ένα ακόμη κεφάλαιο. «Ε, καλά, αυτά δεν τα λέμε. Τα κορίτσια της εποχής σε όλους εκδήλωναν τον θαυμασμό τους. Εγώ “μιλούσα” στην ψυχή των γυναικών. Αλλά ήμουν και ωραίο παιδί, δεν ήμουν του πεταματού. Τι να σας πω: ήμουν περαστικός από τη ζωή όλων των γυναικών. Και με κάθε τραγούδι που γινόταν πάντα νέο σουξέ, οι αγάπες πολλαπλασιαζόντουσαν».  

Ο Ωνάσης του είχε αδυναμία. «Ο Αρίστος με ξεχώριζε και η Μαρία μού έλεγε “τι γλυκά που τραγουδάς Σταμάτη”. Με τη Μαρία δεν ήταν εύκολο να μιλήσει κάποιος, δεν συζητούσαμε πολύ, λίγα πράγματα. Της χάρισα όμως έξι long play δικά μου τα οποία άκουγε κάθε βράδυ, όταν ήθελε να ξεκουραστεί. Χάρηκα που είχα την τύχη να γνωρίσω μια τέτοια κυρία. Ο μεγάλος Ωνάσης δεν κοιμόταν πολύ. Επέστρεφα από το μαγαζί το πρωί και έπειτα από δύο ώρες ύπνου, ερχόταν ο οδηγός του κάτω από το σπίτι μου και μου έλεγε “σήκω, το αφεντικό είπε να πάμε στον Σκορπιό”. Ξέρεις, με ελικόπτερο και τα σχετικά. Ηταν εξαιρετικός ο Αρίστος. “Σταματάκη, όλα καλά;” έλεγε. ΄Η με ρωτούσε: “Τον Αλέξανδρο πώς τον βλέπεις, οδηγεί καλά;». Ασ’ τα να μην τα θυμάμαι. Με πειράζει…».

Στα 82 του δεν βγαίνει πολύ. «Σπίτι κάτι θα βρω να κάνω, γράφω στίχους, το μικρόβιο υπάρχει. Δεν φοβάμαι τίποτα. Τη ζωή πρέπει να την παίρνεις όπως έρχεται».

Με δύο γάμους, τρία παιδιά και δύο εγγόνια, πώς νιώθει στον ρόλο του παππού; «Τζέντλεμαν με όλους, αυτός είναι ο Σταμάτης». Θεωρεί ότι ήταν καλός πατέρας; «Εντάξει, ελαττώματα έχει όλος ο κόσμος. Αλλά είναι τόσα πολλά τα προτερήματα που τα καλύπτουν όλα. Αυτή τη στιγμή μαθαίνετε τα μυστικά μου». Επειτα μου δίνει το χέρι «αυτή είναι η ζωή τού Σταμάτη, χάρηκα», δίνοντας τέλος στη συζήτηση και αφήνεται με επαγγελματισμό στον φακό του Νίκου Κοκκαλιά, ζητώντας «συγγνώμη για την αναστάτωση», από τους διπλανούς θαμώνες του καφέ.