ΜΟΥΣΙΚΗ

Το «χρυσό γραμμόφωνο» φαίνεται πως έχει ξεθωριάσει

to-chryso-grammofono-fainetai-pos-echei-xethoriasei-2349524

Οι υποψηφιότητες των φετινών βραβείων Grammy ανακοινώθηκαν την Τετάρτη, και από μια άποψη αποτυπώνουν πλήρως το παγκόσμιο μουσικό zeitgeist της φετινής χρονιάς. Με την εξαιρετικά ταλαντούχα Αφροαμερικανή τραγουδίστρια Lizzo να έρχεται πρώτη με οκτώ υποψηφιότητες, αλλά και τη Μισέλ Ομπάμα να βρίσκεται ανάμεσα στους υποψήφιους για το καλύτερο προφορικό άλμπουμ –μια κατηγορία στην οποία έχει κερδίσει δύο φορές ο σύζυγός της– η νότα φεμινισμού που αρμόζει στη χρονιά έπειτα από το κίνημα #MeToo είναι αδιαμφισβήτητη. 

Παρά τις προσπάθειες της Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών Ηχογράφησης, ωστόσο, η λάμψη από το «χρυσό γραμμόφωνο» των βραβείων Grammy φαίνεται πως έχει ξεθωριάσει. Η ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων προσείλκυσε ελάχιστο ενδιαφέρον στον ψηφιακό μουσικό διάλογο, ενώ οι αριθμοί τηλεθέασης των τελετών απονομής διανύουν μια καταστροφική δεκαετία ολισθηρού κατήφορου. Τα βραβεία του 2018, μάλιστα, εμφάνισαν πτώση τηλεθέασης της τάξεως του 25% συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά, ενώ πριν από την τελετή, αντί της συνήθους εκπομπής που αφιερώνεται στις διασημότητες στο κόκκινο χαλί, το CBS αποφάσισε να προβάλει ένα παιχνίδι γκολφ.

Παρά τις φετινές ευαισθησίες της Ακαδημίας, σε έναν μεγάλο βαθμό η παρακμή των Grammy οφείλεται στη μακροχρόνια έλλειψη εκπροσώπησης των φυλών και των φύλων από τις λίστες των υποψηφίων. Η πιο εμβληματική περίπτωση της δεκαετίας είναι η στάση των βραβείων απέναντι στη μουσική χιπ-χοπ.

Το 2017, οι εξαιρετικά προσεγμένοι δίσκοι του Κέντρικ Λαμάρ, του Τσάιλντις Γκαμπίνο και του Ντρέικ απέσπασαν διθυραμβικές κριτικές και αγκαλιάστηκαν θερμά από το μουσικόφιλο κοινό, ωστόσο δεν τιμήθηκαν με καμία υποψηφιότητα στις σημαντικότερες κατηγορίες των βραβείων. Ηταν μια απόφαση που η Ακαδημία μετάνιωσε πικρά: όταν την επόμενη χρονιά οι Αφροαμερικανοί καλλιτέχνες προσκλήθηκαν να τραγουδήσουν ζωντανά στην τελετή απονομής, και οι τρεις αρνήθηκαν κατηγορηματικά.

«Είναι γεγονός πως συνεχίζουμε να έχουμε πρόβλημα με τον κόσμο του χιπ-χοπ, γιατί όταν δεν καταφέρνουν να κερδίσουν το μεγάλο βραβείο απομακρύνονται», δήλωσε επί τούτου η παραγωγός των βραβείων Κεν Ελριτς, αποξενώνοντας ακόμη περισσότερο τους φαν του είδους με την απολογία μισής καρδιάς που δημοσίευσε. Δεν ήταν η πρώτη, ούτε και η τελευταία φορά που οι δηλώσεις της Ακαδημίας πυροδότησαν ένα κύμα αρνητικής δημοσιότητας. Το 2018, ο διευθύνων σύμβουλος της Ακαδημίας Νιλ Πόρτνοου σχολίασε πως η έλλειψη γυναικών στις υποψηφιότητες οφείλεται στο γεγονός πως «δεν προσπαθούν αρκετά» για να προωθήσουν τη σταδιοδρομία τους.

Την ίδια χρονιά, η Ελριτς επιτέθηκε στην Αριάνα Γκράντε όταν εκείνη ακύρωσε τη ζωντανή εμφάνισή της στην τελετή απονομής, λέγοντας πως, λόγω κακής συνεννόησης, η τραγουδίστρια δεν προλάβαινε να ετοιμάσει κάποιο νούμερο. «Μπορώ να προετοιμάσω μια παράσταση εν μια νυκτί, Κεν, και το ξέρεις καλά αυτό» ήταν η κοφτή απάντηση της Γκράντε, η οποία διαλεύκανε τον λόγο της ακύρωσης, λέγοντας πως η παραγωγός επέμενε στο να επεμβαίνει και να απορρίπτει τις δημιουργικές προτάσεις της.

Πέρα από την έλλειψη επαρκούς εκπροσώπησης την εποχή της πολιτικής των ταυτοτήτων και τις πρόχειρες επικοινωνιακές στρατηγικές, η κατακόρυφη πτώση των Grammy ίσως οφείλεται και στην ευρύτερη μετατόπιση στην κατανάλωση ψυχαγωγίας.

Η τηλεόραση δεν είναι πλέον το όπιο της νέας γενιάς, η οποία στρέφεται εξ ολοκλήρου στην αποσπασματική θέαση βίντεο μέσω του Instagram ή του YouTube. Την εποχή του Διαδικτύου, μια δίωρη τελετή όπου μια σχετικά αδιευκρίνιστη ομάδα εμπειρογνωμόνων αποφασίζει τις κορυφαίες μουσικές τάσεις της χρονιάς μοιάζει πλέον παρωχημένη.