ΜΟΥΣΙΚΗ

«Μαινόμενος Ορλάνδος» για τους πιστούς φίλους του μπαρόκ

gkkt_15_0501_page_1_image_0002

Την όπερα «Μαινόμενος Ορλάνδος» του Βιβάλντι παρουσίασαν στις 12 Δεκεμβρίου σε συναυλιακή μορφή, δηλαδή χωρίς σκηνικά και κοστούμια, στην πρώην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής, οι μουσικοί της Καμεράτας υπό τον Γιώργο Πέτρου. Είχαν προηγηθεί επιτυχημένες παρουσιάσεις σε Βιέννη και Μόσχα.

Στο εξωτερικό πρωταγωνιστούσε ο κόντρα τενόρος Μαξ Εμάνουελ Τσέντσις. Προφανώς, ο αστέρας αυτός της μπαρόκ όπερας επιθυμούσε να αναμετρηθεί με τον απαιτητικό ρόλο, τις διάσημες άριες και την περίφημη «σκηνή τρέλας». Επομένως, ώς ένα σημείο είναι κατανοητό γιατί «απήγαγε» έναν ρόλο που έχει γραφεί εξαρχής για χαμηλή γυναικεία φωνή, από αυτές τις οποίες είναι γνωστό πόσο αγαπούσε ο Βιβάλντι, κι όχι άδικα, αφού συνήθως πρόκειται για φωνές γεμάτες, βαριές και στρογγυλές. Κορυφαίες εκπρόσωποι του είδους στη εποχή μας ήταν παλαιότερα η Μέριλιν Χορν και σήμερα η Μαρί-Νικόλ Λεμιέ: και οι δύο έχουν διαπρέψει στην μπαρόκ μουσική αλλά και συγκεκριμένα στον ρόλο του Ορλάνδου. Κατά την πανελλήνια πρώτη της όπερας το 2003 στην Εθνική Λυρική Σκηνή, τον ρόλο είχε ερμηνεύσει η Μαρίτα Παπαρίζου, τραγουδίστρια με ανάλογα πλούσια φωνή και εντυπωσιακή δεξιοτεχνία. Στην παράσταση εκείνη, όλους τους ρόλους υποδύονταν με επιτυχία Ελληνες μονωδοί.

Ηταν η εποχή που η Αθήνα ανακάλυπτε την μπαρόκ όπερα χάρη στον Πέτρου και μια ομάδα ακμαίων ταλαντούχων τραγουδιστών, ορισμένοι από τους οποίους στη συνέχεια σταδιοδρόμησαν σε αυτό το ρεπερτόριο και εκτός Ελλάδος.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά, καθώς προφανώς ο ενθουσιασμός εκείνης της περιόδου δεν έδωσε τους αναμενόμενους καρπούς. Ετσι, μετακλήθηκαν τραγουδιστές για τρεις από τους βασικούς ρόλους, ανάμεσα στους οποίους και ο πρωταγωνιστικός. Αντί για γυναίκα, επιλέχθηκε ο Αμερικανός κόντρα τενόρος Νίκολας Ταμάνια, ανερχόμενος και με ήδη σημαντική παρουσία σε όλο τον κόσμο. Υποθέτει κανείς ότι η επιλογή έγινε με βάση τον ρεαλισμό του φύλου, κριτήριο άσχετο, βέβαια, προς την αισθητική της εποχής μπαρόκ, άσχετο και προς το είδος της φωνής. Με ηχόχρωμα παραπλήσιο αυτού του Τσέντσις, ο Ταμάνια τραγούδησε τη δεξιοτεχνική μουσική με ακρίβεια και μουσικότητα, ωστόσο από τις ψηλές νότες δεν έλειψε η δυσάρεστη πίεση που χαρακτηρίζει πολλές φωνές κόντρα τενόρων. Στον ρόλο του Ρουτζέρο ο Κορεάτης συνάδελφός του Ντέιβιντ Ντι Κιου Λι, με οριακά πιο γλυκό ηχόχρωμα, δεν διέφερε ως προς αυτό.

Η Μαίρη-Ελεν Νέζη ως Αλτσίνα και η Μυρσίνη Μαργαρίτη ως Αντζέλικα τραγούδησαν με μουσικότητα και απέδωσαν με ακρίβεια τις περίτεχνες άριες που προβλέπει ο Βιβάλντι. Για την καθαρή της άρθρωση και το ωραίο ηχόχρωμα ξεχώρισε η Σόνια Ρούνιε ως Μπαρανταμάντε, ενώ η Μαρίτα Παπαρίζου στον ρόλο του Μεντόρο, με φωνή που δεν έχει πια το μέταλλο του παρελθόντος, διατηρεί ακόμα τη δεξιοτεχνική της άνεση. Θετική ήταν η παρουσία του μπασοβαρύτονου Μάριου Σαραντίδη, ο οποίος ανταποκρίθηκε με επιτυχία στις απαιτητικές άριες του Αστόλφο. Καλά προετοιμασμένοι, ο Πέτρου και οι μουσικοί έδωσαν ακόμα μία ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία, εκφραστική, γεμάτη χρώματα, λυρισμό και εντάσεις.