ΜΟΥΣΙΚΗ

Καθηλωτική Λεόνσκαγια σε έργα Σούμπερτ

Καθηλωτική Λεόνσκαγια σε έργα Σούμπερτ

Συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά στο Μέγαρο Μουσικής ο επιτυχημένος κύκλος με Σονάτες του Σούμπερτ και ερμηνεύτρια την Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια. Στις 14 Δεκεμβρίου η διάσημη πιανίστρια επέστρεψε στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» για τρεις ακόμα Σονάτες, την D. 557 σε λα ύφεση μείζονα, την D. 840 σε ντο μείζονα με την ατυχή προσωνυμία «Κειμήλιο» και την D. 958 σε ντο ελάσσονα.

Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, το ξεχωριστό που διαθέτουν οι ερμηνείες της Λεόνσκαγια είναι ότι αποδίδουν την υδραργυρική ταυτότητα της μουσικής του Σούμπερτ, ότι ισορροπούν ανάμεσα στις πολικότητες και θέτουν σε ισότιμο διάλογο τα «θηλυκά» και τα «αρσενικά» στοιχεία της γραφής του. Η διαμόρφωση της μελωδίας ξεχωρίζει για την ευγένεια και την κομψότητά της, χωρίς να καταλήγει άνευρη ή διακοσμητική. Ταυτόχρονα, πίσω από τα έντονα μέρη κρύβεται πάντα ο Μπετόβεν, που όμως δεν παρασύρει την πιανίστρια σε διατυπώσεις με ηρωικά στοιχεία. Αν πρέπει οπωσδήποτε να γίνει ανατομία αυτής της τέχνης, μπορεί να μιλήσει κανείς για τον τρόπο με τον οποίο η Λεόνσκαγια δημιουργεί τις απίστευτα δεμένες μελωδικές γραμμές, με αποτέλεσμα να πλάθει κύματα ήχου, την εκπληκτική αίσθηση αναλογιών που αφορά τον συσχετισμό τής δυναμικής όσο και σε αυτόν των ταχυτήτων, τη σπάνια αντίληψη της σημασίας των παύσεων, οι οποίες δεν χωρίζουν απλώς τις διάφορες ενότητες κάθε μέρους, δηλαδή δεν αποτελούν «τελείες» αλλά αντίθετα συνιστούν «θέσεις», όντας κομμάτι της μουσικής σύνθεσης. Οσο δύσκολα τα περιγράφει κανείς αυτά με λόγια, τόσο άμεσα τα εισπράττει ως ακροατής, αντιλαμβανόμενος πόσο επιτυχημένες και «αυτονόητες» επιλογές αποτελούν.

Η βραδιά ξεκίνησε με τη Σονάτα αρ. 6 (D. 557) που ο Σούμπερτ συνέθεσε στα είκοσί του χρόνια. Το έργο πιάνει το νήμα από εκεί που το είχαν αφήσει οι Χάιντν και Μότσαρτ: αποφεύγοντας την έκφραση πολύ προσωπικών συναισθημάτων, ο Σούμπερτ συνέθεσε ένα έργο σχετικά σύντομης διάρκειας, ισορροπημένο και μάλλον αισιόδοξο, του οποίου τη θετική διάθεση ανέδειξε η Λεόνσκαγια.

Ακολούθησε η Σονάτα αρ. 17 (D. 840), της οποίας σώζονται πλήρη μονάχα τα δύο πρώτα μέρη και τμήματα των επόμενων δύο. Εστω και έτσι, πρόκειται για ένα από τα πλέον εντυπωσιακά έργα που συνέθεσε ο Σούμπερτ. Ειδικότερα, το πρώτο μέρος της, με μία καταφανώς «ορχηστρική» γραφή, είναι ένα από τα τελειότερα που ολοκλήρωσε ο συνθέτης, ενώ το λυρικό αντάντε που ακολουθεί, ανήκει στα πλέον εκφραστικά του είδους. Η Λεόνσκαγια επέτρεψε στον ακροατή να παρακολουθήσει τις μουσικές ιδέες και την εξέλιξή τους –άρα, λοιπόν, τη διανοητική πλευρά του έργου– και την ίδια στιγμή να εισπράξει με αμεσότητα στο ακέραιο το συναισθηματικό περιεχόμενο και τις αισθητικές αξίες της μουσικής.

Η βραδιά έκλεισε με τη Σονάτα αρ. 21, την πρώτη από τις τρεις μεγάλες, τελευταίες Σονάτες που ο Σούμπερτ συνέθεσε λίγους μήνες πριν από τον πρόωρο θάνατό του. Η έντονα δραματική αρχή, το «κλασικό» δεύτερο μέρος, το σοβαρό «μενουέτο» και το ρυθμικά απαιτητικό τελευταίο μέρος, απέσπασαν από τη Λεόνσκαγια μια επιβλητική και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη ερμηνεία.