ΜΟΥΣΙΚΗ

Μόνος σ’ έναν κόσμο που αλλάζει

gkat_15_1801_page_1_image_0004

Συναντηθήκαμε περίπου μία εβδομάδα πριν από την αυριανή πρεμιέρα της σκοτεινής όπερας του Αλμπαν Μπεργκ «Βότσεκ» στην Ελληνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ). Η πρόβα είχε μόλις κάνει διάλειμμα. Ο Γάλλος σκηνοθέτης Ολιβιέ Πι, ο οποίος παρακολουθούσε από την πρώτη σειρά της πλατείας, συνέχισε για λίγο να μιλάει χαμηλόφωνα με την ομάδα των συνεργατών του, οι τεχνικοί εμφανίστηκαν στο προσκήνιο και άρχισαν να δουλεύουν θορυβωδώς στο τεράστιο σκηνικό και ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος κατέβηκε αθόρυβα από τη σκηνή, πλησίασε την τσάντα του και ήπιε με λαιμαργία νερό από το μπουκάλι του. Ηταν κάθιδρος και πραγματικά κουρασμένος, αλλά ήρεμος. Αυτή η διακριτική στάση ταιριάζει στον χαρακτήρα του. Χαμογελαστός, προσηνής, ευγενικός, ο 53χρονος μονωδός και συνθέτης προετοιμάζει εδώ και καιρό τον εαυτό του για το ντεμπούτο του σε ένα ρόλο υψηλών τεχνικών και ερμηνευτικών απαιτήσεων: τον στρατιώτη Βότσεκ. Την Κυριακή θα αναμετρηθεί για πρώτη φορά με την ιδιοφυΐα της μουσικής σύνθεσης του Μπεργκ και τη θεατρική σύλληψη του Γκέοργκ Μπίχνερ, ενσαρκώνοντας έναν τραγικό άντρα που υπό την πίεση της ιστορικής στιγμής και της κοινωνίας οδηγείται σταδιακά στην τρέλα και στον φόνο.

Η όπερα, μία από τις σημαντικότερες του μουσικού μοντερνισμού, παρουσιάζεται για πρώτη φορά από την ΕΛΣ, σε μια μεγάλη παραγωγή με εξαιρετικούς συντελεστές και σκηνοθέτη έναν πολυσχιδή καλλιτέχνη με διεθνή φήμη και διευθυντή του σημαντικότατου Φεστιβάλ της Αβινιόν. «Γνωριζόμαστε από τη Γαλλία», λέει ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος –εκεί είναι πολύ γνωστός για τη δουλειά του– και αυτό ήταν ένα βασικό στοιχείο που βοήθησε τη συνεργασία τους: από την αρχή μιλούσαν κυριολεκτικά και μεταφορικά την ίδια γλώσσα.

Συζητάμε για την πρόκληση του ρόλου, κοινή για όλους τους ερμηνευτές που «δοκιμάζονται» με τη συγκεκριμένη όπερα, η οποία όπως μας εξομολογείται είχε στα μάτια του ένα μέγεθος δυσθεώρητο. «Πριν από 25 χρόνια “συναντήθηκα” για πρώτη φορά στη σκηνή με τον “Βότσεκ”», θυμάται. «Ηταν στο Μέγαρο Μουσικής και τότε υποδυόμουν ένα μικρό ρόλο, ήμουν ο δεύτερος εργάτης. Η όπερα μου είχε φανεί εντυπωσιακή και πολύ δύσκολη. Στη συνέχεια η συνεργασία μου με τον συνθέτη Νίκο Μαμαγκάκη με βοήθησε να εξοικειωθώ με αυτό το είδος της μουσικής. Ομως, για μένα η στιγμή που πριν από μερικούς μήνες χτύπησε το τηλέφωνο και άκουσα την πρόταση του ρόλου, παραμένει μοναδική και αξέχαστη για τη ζωή μου. Με βρήκε μάλιστα σε μια στιγμή υπαρξιακής κρίσης, και υπό αυτή την έννοια υπήρξε μια πραγματική καλλιτεχνική και προσωπική πρόκληση».

Αρχισε λοιπόν να μελετάει τον ρόλο καθημερινά, ένα ρόλο που όπως λέει «το μυαλό δυσκολεύεται να συλλάβει, γιατί είναι ταυτόχρονα σκληρός, βίαιος και συναρπαστικός». Και συνεχίζει: «Ο Βότσεκ είναι ένας άνθρωπος που διαρκώς προσπαθεί να κρατήσει μια σταθερή θέση μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει. Αναζητά βοήθεια, ψάχνει τον Θεό και τη στιγμή που καταλαβαίνει ότι δεν θα τον βρει, γίνεται ο ίδιος θεός. Αλλά δεν είναι φτιαγμένος για ήρωας. Ξέρει ότι οι πάντες στρέφονται εναντίον του, διαπιστώνει ότι είναι ολομόναχος με τον εαυτό του, ότι ούτε ο έρωτας μπορεί να τον σώσει. Και αυτή η διαπίστωση τον συντρίβει».

Τον ρωτάμε αν αισθάνεται έτοιμος για τον Μπεργκ. Χαμογελάει… «Δεν θα μπορούσα να πω τίποτε άλλο παρά μόνον ότι η όπερα απαιτεί μια προσπάθεια που δεν τελειώνει ποτέ. Αλλωστε, είμαι από τους τραγουδιστές που μελετούν διαρκώς μουσική ανακαλύπτοντας έναν ανεξάντλητο πλούτο και νέα υλικά. Ακόμη περισσότερο τώρα, που αισθάνομαι ότι με την ερμηνεία μου πρέπει να δώσω σώμα σε κάτι που είναι μεγαλύτερο από μένα».

Η όπερα «Βότσεκ» κάνει πρεμιέρα σήμερα και παρουσιάζεται σε 4 ακόμη παραστάσεις. Τον ρόλο της Μαρί ερμηνεύει η Γερμανίδα σοπράνο Ναντίνε Λένερ. Τη μουσική διεύθυνση έχει ο αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος.