ΜΟΥΣΙΚΗ

Ηθική διάσταση που ξεπερνά τις νότες

3_beethoven-by-j-schmid

Είναι ασφαλώς ενδιαφέρουσα σύμπτωση ότι ο Μπετόβεν γεννήθηκε το 1770, στην κορύφωση του κινήματος «θύελλα και ορμή»: οι δύο αυτές λέξεις χρησιμοποιούνται συχνά προκειμένου να περιγράψουν συνολικά το δικό του δημιουργικό έργο, το οποίο επρόκειτο να μπολιαστεί επιπλέον από τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης. Αναζήτησε τη γνώση κοντά στους κορυφαίους: Δεκαέξι χρόνων ταξίδεψε μέχρι τη Βιέννη προκειμένου να συναντήσει τον Μότσαρτ, τον οποίο παραμένει αβέβαιο εάν ποτέ είδε, ενώ πέντε χρόνια αργότερα επέστρεψε στην ίδια πόλη για να μαθητεύσει πλάι στον Χάιντν.

Hταν η εποχή κατά την οποία κέρδιζαν έδαφος τα πληκτροφόρα όργανα. Οι τεχνολογικές εξελίξεις έκαναν τον ήχο τους διαρκώς πιο ισχυρό, με αποτέλεσμα να μπορούν να στέκονται μόνα τους σε αρκετά μεγάλες αίθουσες ή ακόμα και να ανταγωνίζονται τον ήχο μιας ορχήστρας. Στη Βιέννη ο νεαρός Μπετόβεν διακρίθηκε ως δεξιοτέχνης πιανίστας. Hταν ένας από τους πρώτους συνθέτες που δεν υπηρετούσε σε Αυλή αλλά ζούσε από δημόσιες συναυλίες και εκδοτικά δικαιώματα. Εξίσου, όμως, εξαρτιόταν από τη γενναιοδωρία των ευγενών που τον υποστήριζαν, όπως οι πρίγκιπες Λιχνόφσκι, Λόμπκοβιτς και Ραζουμόφσκι. Πάτρονάς του υπήρξε επίσης ο αρχιδούκας Ροδόλφος, νεότερος γιος του αυτοκράτορα Λεοπόλδου Β΄ της Αυστρίας, στον οποίο ο συνθέτης έκανε μαθήματα πιάνου. Τα ονόματα όλων πέρασαν στην αθανασία χάρη στις συνθέσεις που τους αφιέρωσε ο Μπετόβεν.

Μία αφιέρωση ξεχωρίζει. Γράφτηκε, διεγράφη και ξαναγράφτηκε. Αφορά τη Συμφωνία σε μι ύφεση μείζονα, έργο 55, την επονομαζόμενη «Ηρωική», έργο του 1803/04, το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά στον μετασχηματισμό των αξιών και των μορφών της «κλασικής» περιόδου σε αυτόν της «ρομαντικής». Αρχικά ο συνθέτης σκόπευε να την αφιερώσει στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος εκείνη την εποχή στα μάτια του έμοιαζε να εκπροσωπεί τα δημοκρατικά, αντιμοναρχικά ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης. Ομως, το 1804 ο Μπετόβεν άλλαξε γνώμη και αφιέ-ρωσε το έργο στον πρίγκιπα Λόμπκοβιτς, αξιολογώντας καλύτερα τη σημασία της μακροπρόθεσμης οικονομικής του στήριξης.

Στο μεταξύ, τον Μάιο του 1804 ο Ναπολέων είχε ανακηρύξει εαυτόν «αυτοκράτορα», γεγονός που τον έριξε στα μάτια του συνθέτη: «Ωστε λοιπόν δεν είναι παρά ένας κοινός θνητός! Τώρα θα ποδοπατήσει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και θα ικανοποιήσει μονάχα τις φιλοδοξίες του. Τώρα θα θεωρήσει τον εαυτό του ανώτερο από όλους τους ανθρώπους και θα γίνει τύραννος!», φέρεται να είπε ο Μπετόβεν. Το 1806, στην πρώτη έκδοση της «Ηρωικής» αναφέρεται: «Συμφωνία ηρωική, που γράφηκε προκειμένου να τιμήσει τη μνήμη ενός μεγάλου άνδρα». Πιθανολογείται βάσιμα ότι ο «μεγάλος άνδρας» ήταν ο πρίγκιπας Λουδοβίκος Φερδινάνδος της Πρωσίας, ο οποίος είχε σκοτωθεί λίγες μέρες νωρίτερα: ο

«Πρώσος Απόλλων», όπως ήταν το προσωνύμιό του, υπήρξε συνθέτης, πιανίστας, φίλος του Λόμπκοβιτς και ο Μπετόβεν του είχε επίσης αφιερώσει το τρίτο του Κοντσέρτο για πιάνο.
Η εξήγηση του Σοπέν

Το 1805 ο Μπετόβεν ήταν ήδη ο συνθέτης εκείνος για τον οποίο μιλούσε όλη η Ευρώπη. Και αυτό παρά το γεγονός ότι πολλά από τα έργα του είχαν κριθεί ως ακατανόητα και τεχνικά εξαιρετικά δύσκολα να παιχτούν. Οταν παρουσίασε τα Κουαρτέτα Ραζουμόφσκι ακόμα και οι κοντινοί του νόμιζαν ότι αστειεύεται. «Δεν είναι για εσάς», είπε ο συνθέτης, «είναι για το μέλλον». Ο Σοπέν έδινε την ακόλουθη εξήγηση: «Οταν ο Μπετόβεν είναι δυσνόητος και μοιάζει να στερείται ενότητας, αυτό δεν οφείλεται σε προσποιητή, κάπως άγρια πρωτοτυπία: είναι το γεγονός ότι γυρνά την πλάτη σε αιώνιες αρχές».

Η Ενατη Συμφωνία, με τη μεγάλη διάρκειά της, τις υπέρμετρες τεχνικές δυσκολίες και τον ουτοπικό ιδεαλισμό της, έκανε πολλούς να σαστίσουν. Ηταν, όμως, πιθανότατα το έργο εκείνο, το οποίο ενέπνευσε τη μεθοδολογία της μουσικής ανάλυσης, ενός επιστημονικού κλάδου, ο οποίος ανατέμνοντας ένα μουσικό κείμενο, και συγκεκριμένα αυτό της Ενάτης, μπορούσε να αποδείξει την ενότητα και τη συνέχεια που διέπουν ένα έργο που σε πρώτο άκουσμα έμοιαζε χαοτικό. Ετσι φάνηκε και στο κοινό της πρώτης παρουσίασης, που πάντως χειροκρότησε θερμά την εκτέλεση. Αναφέρεται ότι ο Μπετόβεν δεν ήταν πια σε θέση να το ακούσει και η κοντράλτο έπρεπε να τον πιάσει από το χέρι προκειμένου να τον στρέψει προς το ακροατήριο για να δει –με τα μάτια– την αποδοχή. Η ακοή του, η οποία σταδιακά τον εγκατέλειπε από το 1798, είχε πλέον επιδεινωθεί δραματικά.

Ξεχωριστές συνθέσεις

Μουσικοί και κοινό εισέπρατταν ότι οι συνθέσεις του είχαν κάτι ξεχωριστό και ήδη το 1840 ο κόσμος αντιμετώπιζε τον Μπετόβεν ως άνθρωπο του οποίου τα επιτεύγματα ενείχαν μια ηθική διάσταση, η οποία ξεπερνούσε αυτή καθαυτή τη μουσική του. Μέχρι σήμερα, σημαντικοί ερμηνευτές των έργων του θεωρούνται εκείνοι οι οποίοι με τον ένα ή το άλλο τρόπο αποδίδουν ακριβώς αυτή την πρόσθετη αξία, όχι απλά τις νότες. Η «Ηρωική», η πολύπαθη όπερά του «Φιντέλιο» με το περίφημο «Χορωδιακό των φυλακισμένων» και πάνω απ’ όλα η μελοποίηση της «Ωδής στη χαρά» του Φρίντριχ φον Σίλερ στο τελευταίο μέρος της Ενατης Συμφωνίας, στάθηκαν καθοριστικά για την εικόνα αυτή.

Ο Γερμανός Μπετόβεν, γαλουχημένος με τις αξίες του βιεννέζικου κλασικισμού στηρίχτηκε στις κατακτήσεις σήμερα λησμονημένων Γάλλων συνθετών όπως ο Γκοσέκ και ο Μεΐλ και εξέφρασε τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης, δημιουργώντας μια μουσική γλώσσα που ξεπέρασε το «εθνικό» και έδωσε φωνή στις αξίες του δυτικού πολιτισμού, τη στιγμή που σε όλη την Ευρώπη δημιουργούνταν εθνικά κράτη. Με τα ελπιδοφόρα συναισθήματα που αποπνέει η Ενάτη μοιάζει ως σάλπισμα κοινωνικής αλλαγής, ακόμα και πολιτικής μεταρρύθμισης. Οχι συμπτωματικά η μουσική αυτή υιοθετήθηκε το 1972 ως «Υμνος της Ευρώπης» από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και σήμερα από την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Οι γιορτές με αφορμή τη συμπλήρωση 250 χρόνων από τη γέννηση του Μπετόβεν, περισσότερο από αφορμή για μερικές καλές συναυλίες, αποτελούν ίσως μια αφορμή για στοχασμό γύρω από το νόημα των πραγμάτων, τις διαφορετικές ιδεολογίες, τον κόσμο και τη δική μας θέση μέσα σε αυτόν.