ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο νέος τενόρος στο οπερατικό στερέωμα είναι Γάλλος

gkkt_13_1406_page_1_image_0004

­Ο νέος τενόρος που ταχύτατα κατακτά τα λυρικά θέατρα του κόσμου δεν είναι ούτε Ιταλός ούτε ισπανόφωνος. Είναι ο Γάλλος Μπενζαμέν Μπερνέμ (Benjamin Bernheim) για τον οποίο οι φιλόμουσοι σε Δρέσδη, Ζυρίχη, Βερολίνο, Παρίσι και Λονδίνο μιλούσαν με ενθουσιασμό πολύ πριν τον ανακαλύψει η δισκογραφία. Παρότι το 2016 συμμετείχε σε παραγωγή της Deutsche Grammophon, η εταιρεία δεν έδειξε τα αναμενόμενα αντανακλαστικά. Δύο χρόνια αργότερα ξανάκουσαν τον τότε 33χρονο σε παράσταση του «Ελιξιρίου του έρωτα» στην Κρατική Οπερα της Βιέννης και του προσέφεραν συμβόλαιο. Ο πρώτος προσωπικός του δίσκος κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο Μπερνέμ συστήνεται μέσα από δημοφιλείς ιταλικές και γαλλικές άριες, αλλά και την υπέροχη λυρική σελίδα του Λένσκι από τον «Ευγένιο Ονιέγκιν» του Τσαϊκόφσκι. Η φωνή «γράφει» καλά και κρατάει τις υποσχέσεις. Είναι φωτεινή, μαλακή, στρογγυλή, και στις ψηλές νότες όχι μόνο δεν προδίδει πίεση, αλλά αντίθετα ακτινοβολεί. Το κυριότερο, όμως, είναι πως ο Μπερνέμ δεν αφήνεται στον φετιχισμό της ωραίας και άνετης φωνής του: ξέρει να πλάθει τις φράσεις, να χειρίζεται τη δυναμική με στόχο την έκφραση κι όχι τον εντυπωσιασμό, να αναζητεί τα συναισθήματα κάθε χαρακτήρα κι όχι απλώς να τραγουδάει νότες (DG 483 6078).

Ενα δισκογραφικό ρεσιτάλ λειτουργεί συνήθως ως «επισκεπτήρια κάρτα», όχι κάτι περισσότερο. Να, όμως, που το 2018 στάθηκε πολλαπλά τυχερή χρονιά για τον Γάλλο τενόρο, καθώς το Παλατσέτο Μπρου-Τζάνε, ένα από τα πλέον σοβαρά κέντρα έρευνας της γαλλικής μουσικής, ηχογράφησε εκείνη τη χρονιά την αρχική εκδοχή του δημοφιλέστατου «Φάουστ» του Σαρλ Γκουνό με τον τότε ακόμα άγνωστο Μπερνέμ στον κεντρικό ρόλο. Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερα περιποιημένη αυτή συλλεκτική έκδοση κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες σε 4.000 αριθμημένα αντίτυπα (BZ 1037) και επιτρέπει να εκτιμήσει κανείς αφενός τις αρχικές προθέσεις του Γκουνό, που σε πολλά και σημαντικά διαφέρουν από την εκδοχή που έχει επικρατήσει, και αφετέρου να σχηματίσει πληρέστερη άποψη για τον Μπερνέμ ακούγοντάς τον σε ολόκληρο ρόλο, όχι μόνο σε μεμονωμένες άριες.

Ο «Φάουστ» αυτός, όπως παρουσιάστηκε στο παρισινό Λυρικό Θέατρο στις 19 Μαρτίου 1859, είναι τετράπρακτος, έναντι της δημοφιλέστερης πεντάπρακτης εκδοχής που παίζεται παντού σήμερα, και διαθέτει πεζούς διαλόγους αντί για μελοποιημένα διαλογικά μέρη, τα οποία δίνουν διαφορετική αισθητική στην όπερα. Δεν είναι λίγα τα μουσικά μέρη που διαφέρουν, καθώς στη συνέχεια ο Γκουνό είτε τα αφαίρεσε είτε τα αντικατέστησε με άλλα. Σε όσους παρακολουθούν τη δισκογραφία είναι γνωστά από προηγούμενες εκδόσεις, οι οποίες τα προσέφεραν ως «παράρτημα», όμως εδώ εντάσσονται οργανικά στη μουσική ροή. Παράλληλα έχει αποκατασταθεί ο φωνητικός χαρακτήρας των ρόλων.

Διόλου αναιμική, η Μαργαρίτα διαθέτει φωνή με βάρος και ουσία, ο Μεφιστοφελής δεν είναι ο στεντόρειος βαθύφωνος που έχει επιβληθεί σήμερα αλλά ένας μπασοβαρύτονος με πολύ πιο φωτεινή και εύπλαστη φωνή. Και φυσικά υπάρχει ο Φάουστ του Μπερνέμ, μοναδικά νεανικός, μοναδικά ποιητικός, μοναδικά σαγηνευτικός.

Συγκρατήστε το όνομα.