ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Mπομπ Ντίλαν μάς τραγουδά ακόμη

o-mpomp-ntilan-mas-tragoyda-akomi-2386328

Στις πιο παράλογες, στις πιο ναρκισσιστικές στιγμές του, ένας αμετανόητος θαυμαστής του Μπομπ Ντίλαν (μιλώ για ένα φίλο, δεν τον ξέρετε), μπορεί να αισθάνεται ότι τα τραγούδια του Αμερικανού διαθέτουν μια ουσία, την οποία, αν είσαι ανοιχτός και προσεκτικός, θα τη νιώσεις.

Θα δεις λόγου χάρη τα οράματα για τα οποία κάνει λόγο το «Visions of Johanna». Θα αισθανθείς τον πόνο πίσω από τον θυμό του «Idiot wind». Θα αντιληφθείς ότι τα πλήκτρα του «Like a rolling stone» μπαίνουν σε λίγο πιο αργό χρόνο, γιατί καμιά φορά το λάθος είναι ανώτερο της τέχνης. Και οι αυθαίρετες ερμηνείες δεν έχουν σταματημό.

Συμβαίνει μήπως κάτι αντίστοιχο και με τα τραγούδια του 39ου δίσκου του Ντίλαν, του «Rough and rowdy ways»; Είναι νωρίς για να πάρει θέση εκείνος ο αμετανόητος φαν.

Ας μείνουμε λοιπόν σε ζητήματα πιο τεχνικά. Για παράδειγμα, κομμάτια όπως η εναρκτήρια μπαλάντα «I contain multitudes», με τίτλο δανεισμένο από το ποίημα «Το τραγούδι του εαυτού μου» του Ουόλτ Γουίτμαν, μοιάζουν με διαρκή στοχασμό πάνω σε μια ζωή που, όπως όλες, ποτέ δεν καθορίζεται από μία ιδιότητα του εαυτού.

Η ελεγειακή μελαγχολία του «Mother of muses», ακούγεται ικανή να ξυπνήσει τη δημιουργική μούσα ακόμα και της πιο κουρασμένης ψυχής. Τα ηλεκτρικά μπλουζ του «Good bye Jimmy Reed» και του «Crossing the Rubicon» σε κάνουν να θες να πάρεις τους δρόμους όπου και αν οδηγούν και το καλύτερο είναι ότι όλα αυτά, δεν οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα «βαρύ». Αυτή η μπάντα παίζει χαλαρά και ευδιάθετα, όπως κάθε μπάντα που διαλέγει ο Ντίλαν.

Να τες όμως πάλι εκείνες οι ερμηνείες που λέγαμε. Δεν πειράζει· η μουσική, εδώ και καιρό, δεν είναι μόνο συλλογική, αλλά και πολύ προσωπική υπόθεση.

Ειδικά στην περίπτωση του Ντίλαν, όπου το νόημα των στίχων είναι ταυτόχρονα ευθύ αλλά και φευγαλέο, οι ερμηνείες δίνουν και παίρνουν. Από αυτή την άποψη, ευτυχώς που στο «Rough and rowdy ways» οι συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές αφθονούν: η Αννα Φρανκ, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Τζον Κένεντι βεβαίως, στο 17λεπτο «Murder most foul», είναι μερικές από αυτές.

Και έπειτα είναι και το «False prophet»: ένα αγέρωχο μπλουζ κομμάτι, που στιχουργικά μιλώντας, σαν να μας συστήνει εκ νέου τον δημιουργό του ή σαν να τον βάζει να συνομιλήσει με κάποιον παλιό του εαυτό. Για να μην το παρακάνουμε ωστόσο με τις αυθαιρεσίες, ζητήσαμε ένα σχόλιο για το εν λόγω άσμα από δύο έμπειρους μουσικοκριτικούς.

Οπως θα διαπιστώσετε, οι απόψεις τους κάθε άλλο παρά ταυτίζονται κι αυτή η διαφωνία έχει την αξία της όταν μιλάμε για έναν τραγουδοποιό 79 χρόνων. Εξάλλου, είπαμε: και οι ερμηνείες, μέρος της προσωπικής μας μουσικής εμπειρίας είναι. Λογικά, ο Ντίλαν θα ένιωθε άνετα με αυτό. 

o-mpomp-ntilan-mas-tragoyda-akomi0
Φωτ. CHRIS PIZZELLO / INVISION / A.P.

«Σημειώνει το πλαίσιο στο οποίο θέλει να ζει»

Του ΜΑΚΗ ΜΗΛΑΤΟΥ*

Δεν ξέρω τι θα κάνουν μαζί του οι επόμενες γενιές, όταν δεν θα ζει πια. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι ο Μπομπ Ντίλαν είναι ήδη μια μυθική φυσιογνωμία, ένας δημιουργός που έχει ξεπεράσει με την τέχνη του τα συνήθη ανθρώπινα όρια κι έχει περάσει σε ένα σύμπαν όπου κατοικούν ελάχιστοι δημιουργοί. Χωρίς αυτόν, ο πολιτισμός του 20ού αιώνα, αλλά –όπως πιστοποιεί και το πρόσφατο άλμπουμ του– και του 21ου, είναι σαφές πως δεν θα ήταν ο ίδιος.

Ακόμη και οι αρνητές του δύσκολα μπορούν να αντικρούσουν την άποψη πως έφερε τον ποιητικό λόγο στο ροκ και στην ποπ κουλτούρα κι άνοιξε για τη φολκ τραγουδοποιία μια πόρτα που δεν υπήρχε πριν κι από την οποία πέρασαν χιλιάδες μουσικοί έκτοτε, ακόμη κι αυτοί που δεν ξέρουν ποιος την άνοιξε.

Σε αυτή τη μοναδική και ανεπανάληπτη διαδρομή, αρνήθηκε κατηγορηματικά και με μανιακή προσήλωση να δεχθεί όποιον ρόλο προσπάθησαν να του αποδώσουν, να παίξει οποιοδήποτε παιχνίδι «ηγεμόνα», αρνήθηκε να είναι προφήτης, μπροστάρης, ηγέτης, εκφραστής οποιουδήποτε για οτιδήποτε.

Κανείς δεν μπόρεσε να του φορέσει παπούτσια που δεν ήταν δικά του και να τον προσεταιριστεί, ούτε καν το «σύστημα» ενός βραβείου Νομπέλ που ήταν αμφίβολο ώς την τελευταία στιγμή αν θα το αποδεχόταν.

Το μόνο που είχε ήταν τα τραγούδια του και η άποψή του για τα πράγματα, κι αυτό είναι που θέλει να έχει ακόμη. Το αναφέρει ξεκάθαρα και στο: «False Prophet», το δεύτερο τραγούδι από τον καινούργιο του δίσκο: «I ain’t false prophet/ I just know what I know». Σε αυτό το τραγούδι αναφέρεται στη σχέση του με το κοινό που τον ενδιαφέρει: «I opened my heart to the world and the world came in».

Σημειώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θέλει να ζει: «Είμαι εχθρός της προδοσίας, εχθρός της σύγκρουσης, είμαι εχθρός μιας ζωής που δεν την έζησες ή που δεν έδωσες νόημα». Γυρνάει την πλάτη στους πλούσιους: «Θάψτε τους γυμνούς, μαζί με το ασήμι και το χρυσάφι τους» και κατευθύνεται εκεί όπου πήγαινε πάντα: «Πηγαίνω προς τα εκεί που μόνο οι μοναχικοί μπορούν να πάνε».

Αν ανατρέξει κανείς στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο: «Bob Dylan – Η ζωή μου» (εκδόσεις Μεταίχμιο), τα λέει όσο πιο ξεκάθαρα μπορεί: «…τα παράσιτα του Τύπου με διαφήμιζαν συνεχώς ως εκπρόσωπο, ως εκφραστή, ως συνείδηση μιας ολόκληρης γενιάς. Πολύ αστείο. Εγώ το μόνο που είχα κάνει ήταν να τραγουδήσω τραγούδια απολύτως ειλικρινή, που εξέφραζαν μια δυναμική καινούργια πραγματικότητα. Ελάχιστα κοινά είχα, και ακόμα πιο ελάχιστα γνώριζα γι’ αυτήν τη γενιά, την οποία υποτίθεται πως εκπροσωπούσα».

Και λίγο πιο κάτω: «Δεν υπήρξα ποτέ κάτι παραπάνω απ’ αυτό: ένας μουσικός της φολκ που ατένιζε την γκρίζα ομίχλη τυφλωμένος από δάκρυα κι έφτιαχνε τραγούδια τα οποία επέπλεαν σε μια φωτεινή καταχνιά. Τώρα η γκρίζα ομίχλη μού είχε σκάσει στα μούτρα και κρεμόταν πάνω μου. Δεν ήμουν κανένας θαυματοποιός κήρυκας. Αυτό θα εξαγρίωνε οποιονδήποτε».

Ο Μπομπ Ντίλαν ήταν και παραμένει μοναδικός και ανεπανάληπτος, ένας δημιουργός που δεν μπορείς να τον αντιστοιχίσεις με κανέναν και με τίποτα και γι’ αυτό είναι ελεύθερος, κι όποιος κατακτήσει την ελευθερία, μπορεί να είναι ουσιώδης και δημιουργικός ακόμη και στα 80 του χρόνια.

* ​​​​​​Ο Μάκης Μηλάτος είναι μουσικοκριτικός. Μεταξύ άλλων, αρθρογραφεί στο avopolis.gr.

o-mpomp-ntilan-mas-tragoyda-akomi2
Φωτ. A.P. / MICHAEL DWYER

«Δεν προσθέτει κάτι καινούργιο σε αυτά που ήδη γνωρίζουμε»

Toυ ΑΡΓΥΡΗ ΖΗΛΟΥ*

Από όλα τα τραγούδια του τελευταίου δίσκου του Μπομπ Ντίλαν, το «False Prophet» φαίνεται το πιο άμεσα διαθέσιμο στο Διαδίκτυο. Είναι από τα πλέον προβεβλημένα – τουλάχιστον εξ όσων αντιλαμβάνομαι. Από τη στιγμή λοιπόν που ένας καλλιτέχνης (δεν θέλω να τον προσβάλω αποδίδοντας αυτές τις κινήσεις στην εταιρεία του, γιατί αυτό θα υπονοούσε ότι τον κάνει ό,τι θέλει) επιλέγει να εκπροσωπηθεί κυρίως από ένα συγκεκριμένο κομμάτι, υποθέτω ότι σε αυτό κάτι διακρίνει ο ίδιος. Ωστόσο, ομολογώ ότι το κομμάτι δεν με ενθουσίασε.

Διαπίστωσα ότι πρόκειται για ένα κοινότοπο, δωδεκάμετρο μπλουζ, από αυτά που ο ίδιος παίζει στα δάχτυλα. Εχει γράψει δεκάδες παρόμοια, δεν πιστεύω ότι του πήρε παραπάνω από 10 λεπτά για να το σκαρώσει. Δεν λέω «συνθέσει», γιατί δεν είναι σύνθεση· μια μηχανική ροή είναι, κάποιων αρμονιών των μπλουζ.

Οσο για τους στίχους, εκεί το πράγμα χαλάει περισσότερο: περιλαμβάνουν φτηνό ερωτισμό, και εκτός του ότι ο Ντίλαν θα μπορούσε να γράψει πενήντα τραγούδια με τέτοιους στίχους σε δυο μέρες, είναι κάτι που δεν ταιριάζει και στην ηλικία του. Κοντεύει ογδόντα χρόνων.

Η δήλωση «δεν είμαι ψευδοπροφήτης» δεν φαίνεται να εντάσσεται ομαλά στην πλοκή. Απευθύνεται σε κάποια γυναίκα; Στους ακροατές του γενικά και αόριστα; Πρόκειται άραγε για απάντηση στις απαιτήσεις που είχε από αυτόν το κοινό του ’60; Μα εκείνες οι απαιτήσεις ήταν ανοησίες της εποχής. Και το τραγούδι που έχουμε σήμερα μπροστά μας δεν προσθέτει κάτι καινούργιο σε αυτά που ήδη γνωρίζουμε. Ο Ντίλαν δεν είναι κανένα παιδάκι, αλλά ένα σύμβολο. Από ένα σύμβολο, δεν περιμένεις τόσο απλοϊκές παραστάσεις. Περιμένεις κάτι πιο ιδιαίτερο.

Σε τελευταία ανάλυση, δεν έχει καν την ανάγκη να προβάλει τον εαυτό του ή ακόμα και να δισκογραφεί. Θα μπορούσε να αποσυρθεί. Θέλει μήπως να παίξει ό,τι του καπνίσει; Σύμφωνοι, αλλά αν κάνουμε ό,τι μας καπνίσει, κοροϊδεύουμε φιλίες, κλονίζουμε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων, προδίδουμε σχέσεις. Η πορεία μας μάς επιβάλλει –οικειοθελώς ελπίζω– κάποιους όρους, κάποιους κανόνες.

Είναι βαρύ να πούμε ότι ο Ντίλαν βγήκε από την πορεία του. Μπορεί όμως να ισχύει και κάτι χειρότερο. Μπορεί να μην τον ενδιαφέρει να έχει πορεία. Κάνει το κέφι του, όμως ειδικά στην Ελλάδα, ξέρουμε τι άλλο μπορεί να σημαίνει αυτό: σας έχω όλους γραμμένους.

Δεν φταίει το Νομπέλ Λογοτεχνίας για αυτή του τη στάση. Οχι ότι δεν του αξίζουν όλες οι διακρίσεις στον κόσμο. Σκεφτείτε όμως, να ξεκινάς το 1961 και να βραβεύεσαι τόσες δεκαετίες μετά. Νομίζω ότι έπρεπε να το αρνηθεί, να ενδιαφερθεί για την ουσιαστική φήμη του, παρά για τις δημόσιες σχέσεις και το δημόσιο προφίλ. Αυτά μπορεί πλέον να τα αποκτήσει οποιοσδήποτε, με οποιονδήποτε τρόπο, συνήθως δημαγωγικό.

Εστω κι έτσι, το αποτύπωμά του είναι μεγάλο. Νομίζω ότι είναι ένα από τα 4-5 σημαντικότερα ονόματα –και πολλά λέω– στην ιστορία της μεταπολεμικής μουσικής. Διότι αυτό που ξεκίνησε (και το έφτασε εκεί που το έφτασε), αν έλειπε, ένας ολόκληρος μουσικός κόσμος ίσως να μην υπήρχε ποτέ.

Τον θεωρώ κεφαλαιώδες όνομα της μουσικής των τελευταίων 60 χρόνων, περισσότερο από πολλούς άλλους. Ο μόνος που θα μπορούσα να τοποθετήσω δίπλα του –αν και από άλλη σκοπιά– είναι ο Φρανκ Ζάπα. Κάποιον τρίτο, στο ίδιο ύψος, δεν μπορώ να σκεφτώ.

​​​​​​* Ο Αργύρης Ζήλος είναι μουσικοκριτικός. Εχει εργαστεί στα περιοδικά «Ηχος», «Αθηνόραμα» και αλλού.