ΜΟΥΣΙΚΗ

Μόνος, με τον Μπαχ στην Επίδαυρο

monos-me-ton-mpach-stin-epidayro-2387324

Στο άκουσμα της είδησης ότι την Παρασκευή 17 Ιουλίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, ο Λεωνίδας Καβάκος θα σταθεί ολομόναχος στο κέντρο του αρχαίου αργολικού θεάτρου προκειμένου να ερμηνεύσει έργα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ένας συντάκτης πολιτιστικών μπορεί και να ελπίσει σε μιαν ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον διεθνώς αναγνωρισμένο δεξιοτέχνη, μια συζήτηση περί αρχαιότητας και ευρωπαϊκής μουσικής, περί τέχνης ειδικώς και περί πολιτικής γενικώς, μια συζήτηση είτε λίγο στοχαστική, είτε λίγο εστέτ, είτε χαμηλών τόνων, είτε υψηλών, μια συζήτηση τέλος πάντων με την απόσταση μεν που επιβάλλει το Skype, αλλά από την οποία σίγουρα κάτι θα μάθει.

Μέχρι να συμβούν όλα αυτά βεβαίως, η συζήτηση μπορεί και να ξεκινήσει κάπως αναπάντεχα. Να ρωτήσεις λ.χ. τον Καβάκο τι τον ενθουσιάζει, αλλά και τι τον αγχώνει σε ένα τέτοιο εγχείρημα και εκείνος, μιλώντας από το σπίτι του κοντά στη Ζυρίχη, αφού χαρακτηρίσει την Επίδαυρο «ιερό χώρο», αφού περιγράψει έναν τόπο που σε αγκαλιάζει, αλλά ταυτόχρονα σου δημιουργεί και δέος λόγω της θέσης του στην Ιστορία και στην παγκόσμια συνείδηση,  αφού κάνει λόγο για ένα όνειρο ζωής, κάπου εκεί, να αναφέρει έννοιες όπως «μαγνητισμός» ή «γεωδαιτικό σημείο». Σύμφωνοι, η γεωδαισία είναι όρος της γεωγραφίας· τι δουλειά έχει ωστόσο σε μια συζήτηση σαν αυτή; «Μου αρέσει η καθαρότητα των γεωδαιτικών σημείων, όπως ήταν οι αρχαίες πόλεις και τα θέατρα, που οικοδομούνταν σε μέρη καθορισμένα από τα μαντεία της εποχής», λέει ο Καβάκος. «Χαρακτηρίζονται από εκπληκτική μαθηματική συμμετρία, άγνωστη σε εμάς σήμερα. Οι γνώσεις που είχαν οι πρόγονοί μας όταν κατασκεύαζαν τέτοιους χώρους βασίζονταν σε μυστικά που εμείς έχουμε χάσει. Ομως η Επίδαυρος, οι Δελφοί, η Δωδώνη είναι σημεία με δυνατό μαγνητισμό, με ήχο συγκλονιστικό, που παράγει πολλούς αρμονικούς. Ο ήχος τους έχει μια κρυσταλλική διάσταση».

Δεν έχουν περάσει ούτε δύο λεπτά και η συζήτηση είναι ήδη ενδιαφέρουσα, όμως με άλλον τρόπο. Εκείνος ο συντάκτης πολιτιστικών αναρωτιέται: αντέχουν όλα τα παραπάνω στην κριτική ενός ορθολογιστή; «Ο ορθολογισμός δεν μπορεί να εφαρμοστεί παντού», αποκρίνεται ο Καβάκος. «Υπάρχει ορθολογισμός στην ποίηση;

Στη μουσική, συλλαμβάνει κανείς αρμονίες βάσει ενός ορθολογιστικού πλαισίου; Τα όνειρα είναι και αυτά ορθολογιστικά; Ναι, ο ορθολογισμός είναι απολύτως απαραίτητος στη ζωή όλων. Αλλά δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ένα άλλο πλαίσιο σκέψης. Τα περί γεωδαιτικών συντεταγμένων δεν είναι δικά μου: έχουν γίνει μελέτες που δείχνουν τη συμμετρία των αποστάσεων μεταξύ των πόλεων. Θα έχετε ακούσει για το ισόπλευρο τρίγωνο που δημιουργούν ο Παρθενώνας, η Αίγινα και το Σούνιο. Κανένας αρχαιολογικός χώρος δεν βρίσκεται σε άσχετο γεωδαιτικό σημείο. Δημιουργείται έτσι ένας ιστός με πολλές προεκτάσεις, αλλά για να μην προκαλέσουμε τον ορθολογιστή που αναφέραμε, ας μην τις θίξουμε».

Ας πάμε λοιπόν στον Μπαχ. Ας πάμε στις Σονάτες και Παρτίτες για σόλο βιολί, που γράφτηκαν το 1720 κάπου στο Ανχαλτ της Γερμανίας και τριακόσια χρόνια μετά θα παιχτούν στην Αργολίδα. Πώς μπορεί και κυρίως πώς δεν μπορεί να συνδυαστεί το μουσικό ύφος του συνθέτη τους με την Επίδαυρο; Η πρώτη απάντηση του Λεωνίδα Καβάκου έχει να κάνει με την ακουστική: της Επιδαύρου είναι βεβαίως εξαιρετική, μαγική, ωστόσο, αφορά την ανθρώπινη γλώσσα. Η μουσική, ειδικά του Μπαχ, παρόλο που εν προκειμένω δεν είναι θρησκευτική, όπως στα ορατόριά του, προϋποθέτει μια εκκλησιαστική ακουστική για να αναδειχθεί. 

Υπάρχει όμως και ένα στοιχείο ακόμη, που έχει να κάνει με τη δομή της μουσικής του Μπαχ: «Ενώ είναι απόλυτα συγκεκριμένη, σου δίνει την αίσθηση της ελευθερίας, της ανύψωσης, όχι του περιορισμού», τονίζει ο Καβάκος. «Ας πάρουμε, π.χ., τους κίονες του Παρθενώνα: αν τους μετρήσουμε είναι διαφορετικοί, από μακριά όμως φαίνονται ίδιοι. Η συμμετρία που όλοι ψάχνουμε στη ζωή μας είναι θέμα διαφορετικών διαστάσεων, διαφορετικών επιπέδων που πάλλονται μαζί αρμονικά. Στη δομή του Μπαχ συμβαίνει το ίδιο, με καθρεπτισμούς ανόμοιων στοιχείων που ποτέ δεν είναι απόλυτοι. Στοιχείων και μοτίβων όμοιων ρυθμικά, αλλά διαφορετικών ηχητικά ή τονικά, και το αντίστροφο. Στο σύνολο, βέβαια, παράγεται ένας παλμός τόσο αρμονικός, που προκαλεί αγαλλίαση στην ψυχή. Ενας από τους λόγους που ήθελα να κάνω αυτή τη συναυλία, είναι ότι σε σχέση με όλα αυτά, ο Μπαχ βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την Επίδαυρο, αλλά και με κάθε αρχαιολογικό χώρο».

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε για πολύ ακόμη με κάτι τέτοια καλλιτεχνικά, όμως ο άνθρωπος που βρίσκεται στην απέναντι οθόνη, αν και καταξιωμένος για την απαράμιλλη τεχνική του, τη βιρτουοζιτέ του και την πληρότητα των ερμηνειών του, τις συνεργασίες του με τις σπουδαιότερες ορχήστρες και τους μεγαλύτερους αρχιμουσικούς, τις έξοχες ηχογραφήσεις του, έχει άποψη, εκτός από όλα αυτά και για την πολιτική πλευρά του πολιτισμού. Τι γνώμη έχει άραγε για το πλήγμα που δέχονται οι πολιτιστικές εκδηλώσεις από την πανδημία; Η απάντησή του ακούγεται λες και ταλαντεύτηκε κάποια ευαίσθητη χορδή. Οπως λέει ο Καβάκος, επρόκειτο να παίξει στο Φεστιβάλ του Βερμπιέ, όμως τα πάντα έχουν ακυρωθεί. Πέραν τούτου, ενώ θεωρεί κατανοητό και επιτυχές το lockdown, εξίσταται με το γεγονός ότι πλέον οι πτήσεις επιτρέπονται με τρόπο που ευνοεί την εξάπλωση του ιού. «Στο αεροπλάνο είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, αλλά στις ορχήστρες επιβάλλεται απόσταση 1,5 μέτρου», τονίζει. «Στο Concertgebouw του Αμστερνταμ, με τις δύο χιλιάδες θέσεις, επιτρέπονται 300 άτομα. Σε ένα αεροπλάνο, η ίδια αναλογία θα σήμαινε περίπου 20 επιβάτες. Δεν μπορώ να το καταλάβω, είναι εξοργιστικό. Θεωρώ ότι είναι μεγάλο λάθος και χτύπημα στις τέχνες η καταναγκαστική σιωπή που επιβάλλεται. Δείχνει πόσο παρατημένη έχουν την τέχνη οι άνθρωποι που κυβερνούν και δεν μιλώ για την Ελλάδα, αλλά για κάθε χώρα».

Ειδικά για το κίνημα «Support Art Workers», ο Καβάκος παρατηρεί ότι έχει το δίκιο του, προσθέτει όμως και κάτι ακόμη. «Ζητάμε βοήθεια από το κράτος σε μια δύσκολη στιγμή, αλλά το κράτος δεν αναγνωρίζει τα πτυχία μας. Το δίπλωμα βιολιού που έχω είναι εφάμιλλο ενός χαρτιού υγείας. Αν κάποιος μου προτείνει να διδάξω σε πανεπιστήμιο, δεν μπορώ, ενώ με πτυχίο άλλης χώρας θα είχα τη δυνατότητα. Επειδή πάντως μου αρέσει να αναζητώ τις ευθύνες μου, οι μουσικοί δεν έχουμε αξιώσει να έχουν μια ισχύ τα δικαιώματά μας. Μαθαίνω επίσης ότι μειώνονται τα καλλιτεχνικά μαθήματα στα σχολεία. Αν φταίει η μειωμένη ζήτηση των μαθητών, αναρωτηθήκαμε άραγε πού οφείλεται; Αν το δούμε και ορθολογιστικά που λέγαμε πριν, ο πολιτισμός φέρνει και τουρισμό με οικονομική επιφάνεια. Γιατί λοιπόν το κράτος δεν ανταμείβει όσους επιλέγουν να ασχοληθούν με την τέχνη, όπως άλλοι επενδύουν κάπου αλλού; Γιατί κάποιος να μην μπορεί να απολαύσει μια οικονομική άνεση που να προέρχεται από αυτό που αγαπά; Για να μη μιλήσουμε για τον θεραπευτικό ρόλο της τέχνης στον ψυχισμό του ανθρώπου, που σήμερα βιάζεται οπτικώς, ακουστικώς, αλλά και από έναν οικονομικό προσανατολισμό της παιδείας που δημιουργεί προβληματικές για τον άνθρωπο ανισότητες».

Επειτα από όλα αυτά, η ερώτηση εάν θα αναλάμβανε κάποιον κρατικό, εκπαιδευτικό ή άλλο φορέα δεν ακούγεται εντελώς προβοκατόρικη. «Σε καμία περίπτωση», αποκρίνεται εκείνος κοφτά. «Η Ελλάδα, από τότε που μπορώ να παρατηρήσω τι συμβαίνει, λειτουργεί σαν μια χώρα ανώριμη. Προτεραιότητα αποτελούν οι πολιτικές προκαταλήψεις, όχι οι διαχρονικές αξίες. Δεν λέω να υπάρχει μια πολιτική ενιαία, αλλά μια πολιτική με συνέχεια. Στην Ελλάδα, κάθε υπουργός Παιδείας πραγματοποιεί και από μία μεταρρύθμιση – ακόμη και εντός της ίδιας κυβέρνησης. Αν λοιπόν κάποιος μου έλεγε, “ξέρετε, κύριε Καβάκο, ακούσαμε τις ιδέες σας, ελάτε να αναλάβετε το τάδε εκπαιδευτικό ίδρυμα”, εγώ, αν ήμουν ρομαντικός και όχι ορθολογιστής, θα απαντούσα θετικά. Και η επόμενη κυβέρνηση θα με ευχαριστούσε και θα δεχόταν την παραίτησή μου».

Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση έχει ανέβει ελαφρώς σε τονικότητα. Μήπως αυτό σημαίνει ότι από εστέτ και στοχαστική (ή και αναπάντεχη), έχει γίνει πιο ενδιαφέρουσα; Δεν θα το κρίνουμε εμείς. Στο μεταξύ, από το σπίτι του στη Ζυρίχη, από την απέναντι οθόνη, ο Λεωνίδας Καβάκος έχει και μερικά πιο συγκεκριμένα πράγματα να πει για την εγχώρια πολιτική. «Στην Ελλάδα ο κόσμος λέει “εγώ ψηφίζω μόνο κέντρο” ή ”εγώ ψηφίζω παραδοσιακά Αριστερά”. Ναι, αλλά τι λένε οι πολιτικοί τους; Λες και ο δεξιός δεν μπορεί να κάνει κάτι καλό για τον αριστερό και το αντίστροφο. Πρόκειται για μεγάλη ανωριμότητα. Για ανόητες σκέψεις, σε μιαν εποχή που αλλάζει δραματικά». 

Δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό στη μουσική από ένα ηπειρώτικο μοιρολόι

Σε μία εβδομάδα από σήμερα, η «κρυσταλλική διάσταση» της ακουστικής της Επιδαύρου και οι «καθρεπτισμοί» που χαρακτηρίζουν τη δομή της μουσικής του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ θα συνδυαστούν αρμονικά. Υπάρχει ωστόσο και ένας τρίτος, εξίσου περίπλοκος παράγοντας, που θα συμβάλει στο τελικό αποτέλεσμα. Ο λόγος για το βιολί με το οποίο ο Καβάκος θα παίξει και σε αυτήν τη συναυλία: ένα Στραντιβάριους του 1734, που ο δημιουργός του το κατασκεύασε όταν ήταν 90 χρόνων.

«Ο ήχος του βιολιού αυτού δεν έχει πρόβλημα με τον χώρο», επισημαίνει ο χειριστής του. «Τα όργανα αυτά πάλλονται με έναν τρόπο μοναδικό, με ένα συνδυασμό ασύλληπτης λεπτομέρειας και ελαχίστων διαφορών, που λειτουργούν όμως σε μια αρμονία συνολική, αξεπέραστη από τον άνθρωπο. Κατασκευάστηκαν όταν οι μουσικοί δεν έπαιζαν βέβαια με μικρόφωνα, επομένως δεν χρειάζονται ηχητική ενίσχυση, γιατί παράγουν πολλούς αρμονικούς. Το Στραντιβάριους είναι σαν μια μικρή Επίδαυρος».

Καλά και άγια τα Στραντιβάριους, καλός και άγιος ο Μπαχ. Αλήθεια όμως, ο Λεωνίδας Καβάκος δεν ακούει και δεν θαυμάζει κάποιον ομότεχνό του από το φάσμα πέραν της κλασικής μουσικής; Φυσικά: ο Στέφαν Γκραπέλι ήταν ένας μέγιστος βιολιστής της τζαζ. Ο Σάντρο Λάκατος επίσης – ένας τσιγγάνος της Ουγγαρίας, του οποίου την παράδοση συνεχίζει πλέον ο γιος του, Ρόμπι Λάκατος, αν και με τρόπο πιο εμπορικό. Γενικώς η κεντρική Ευρώπη, λέει ο Καβάκος, έχει το βιολί ως κύριο όργανό της και μάλιστα στο πλαίσιο μιας μουσικής ιδιαιτέρως δεξιοτεχνικής.

Θα επιμείνουμε λίγο ακόμη, ελπίζοντας να ακούσουμε αυτό που θέλουμε: υπάρχει άραγε κάποιος άξιος δεξιοτέχνης του βιολιού από την εγχώρια μουσική παράδοση; Υπάρχουν μερικοί νησιώτες, αποκρίνεται ο Καβάκος προς μεγάλη μας ικανοποίηση. «Πριν από λίγα χρόνια είχα βρεθεί στην Αμοργό και συνειδητοποίησα πόσο σημαντική είναι η μουσική για τους ανθρώπους της. Οι περισσότεροι έχουν τα επαγγέλματά τους, αλλά παίζουν και κάποιο όργανο. Ενα βράδυ άκουσα έναν νέο βιολιστή, έναν χαμογελαστό άνθρωπο, που έπαιζε εκπληκτική δημοτική μουσική. Είχε σπουδάσει κλασικό βιολί στο Ωδείο Αθηνών, αλλά το επάγγελμά του είναι ξενοδόχος. Αν είχε ασχοληθεί επαγγελματικά με το βιολί, θα τον ξέραμε όλοι.

«Γενικά, η δημοτική μουσική είναι για μένα όσο πλούσια είναι και η κλασική. Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα, από την Κρήτη ώς τη Θράκη, βλέπεις ότι αλλάζουν τελείως οι αρμονίες και οι ρυθμοί. Υπάρχει ένας αστείρευτος πλούτος έκφρασης, που όταν συνδυαστεί με τον χορό, το αποτέλεσμα είναι μαγικό. Πιστεύω επίσης ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό στη μουσική από ένα ηπειρώτικο μοιρολόι. Από μουσικής άποψης, στο μοιρολόι υπάρχει το ίσο, που το κρατάει το λαούτο. Ενα μονότονο ας πούμε ηχητικό πλαίσιο, πάνω στο οποίο ο κλαρινετίστας ή ο βιολιστής δημιουργεί συνεχόμενους μαιάνδρους, όπως συμβαίνει και με την περιστροφή του σύμπαντος, που δεν είναι κύκλος, αλλά σπείρα. Αφού ολοκληρώσει τον αυτοσχεδιασμό, ο κλαρινετίστας ή ο βιολιστής αγγίζει τη νότα του ηχητικού πλαισίου του λαούτου, αλλά δεν μένει εκεί, φεύγει αμέσως. Σαν μια επιθυμία να ολοκληρωθεί ο κύκλος, αλλά πάνω σε ένα σημείο το οποίο δίνει μια νέα ώθηση κι έτσι δημιουργείται μια καινούργια σπείρα».