ΜΟΥΣΙΚΗ

«Οταν είμαι στη σκηνή γυαλίζει το μάτι μου»

otan-eimai-sti-skini-gyalizei-to-mati-moy-2001952

Εξαντλώ τις τεχνικές μου ικανότητες για να δώσω χρώμα στις λέξεις, με κίνδυνο ακόμη και να χαλάσω τη φωνή μου. Ρισκάρω, παίζω στα χιλιοστά, ακροβατώ σε τεντωμένο σκοινί .

Χρειάστηκε μιάμιση ώρα για να ολοκληρωθεί το μακιγιάζ –δραματικό, με τονισμένα μάτια– και να τυλιχτεί η μακριά καστανή περούκα της σε ένα κομψό σινιόν στο στυλ της δεκαετίας του 1940. Τα δυνατά φώτα του καθρέφτη υπογράμμιζαν την έντασή της, καθώς σε λίγο θα ενσάρκωνε στη σκηνή μία από τις συναρπαστικότερες ηρωίδες του διεθνούς θεατρικού ρεπερτορίου στην όπερα του Τζουζέπε Βέρντι «Μάκμπεθ».

Γύρισε το κεφάλι δεξιά και αριστερά για να ελέγξει τα δύο προφίλ της, χαμογέλασε ευχαριστημένη, είπε έναν γλυκό λόγο στην κυρία που φρόντισε τόσο καλά την εμφάνισή της και ύστερα στράφηκε σε εμάς: «Μολονότι συχνά αισθάνομαι ότι ζω σε λάθος εποχή –αγαπάω τόσο πολύ το τέλος του 19ου αιώνα!–, πιστεύω ότι στο πρόσωπό μου ταιριάζει το μακιγιάζ των ’60s: Μια έντονη μαύρη γραμμή με αϊλάινερ πάνω από τις βλεφαρίδες. Οπως τώρα».

Βρισκόμαστε στα παρασκήνια της κεντρικής αίθουσας του Μεγάρου Μουσικής, όπου ανεβαίνει η νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής «Μάκμπεθ» σε μουσική διεύθυνση του καλλιτεχνικού διευθυντή Μύρωνα Μιχαηλίδη και σκηνοθεσία Λορέντζο Μαριάνι. Οι σκηνοθετικές οδηγίες του διακεκριμένου Ιταλού έχουν δημιουργήσει έναν μεταλλικό απογυμνωμένο χώρο, ένα no man’s land όπως ο ίδιος σημειώνει, για να συντελεστεί το δράμα. Ντυμένη με το κοστούμι του ρόλου της, ένα ολόχρυσο φόρεμα και μια μακριά βελούδινη μαύρη ζακέτα που σταυρώνει στο στήθος, η Δήμητρα Θεοδοσίου έκανε ένα πέρασμα από τη σκηνή λάμποντας. Στη συνέντευξη νωρίτερα μας είχε είπε: «Σήμερα ο όρος “ντίβα” είναι τελείως ψεύτικος. Δηλώνει μόνον τα καπρίτσια μιας ποπ σταρ και δεν έχει να κάνει με την ουσία της τέχνης μας. Με έχουν χαρακτηρίσει ντίβα, αλλά θέλω να πιστεύω ότι αυτό σημαίνει ότι είμαι μια σοβαρή λυρική τραγουδίστρια. Ελάχιστες υπήρξαν πραγματικές ντίβες στη σκηνή της όπερας, όπως η Μαρία Κάλλας. Οι άλλες πρέπει να το αποδείξουμε».

Διεθνείς διακρίσεις

Από τα πρώτα βήματα της διεθνούς καριέρας της η Ελληνίδα υψίφωνος κέρδισε μεγάλους διαγωνισμούς τραγουδιού σε όλη την Ευρώπη, ενώ το 2012 της απονεμήθηκε το Οσκαρ λυρικού τραγουδιού (Oscar della Lirica, αλλιώς International Opera Awards) ως καλύτερη σοπράνο της χρονιάς, στο Τόρε ντελ Λάγκο Πουτσίνι, στην Ιταλία.

Με εμφανίσεις στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πλέον περιζήτητες σοπράνο, αλλά η επιτυχία δεν φαίνεται να χάλασε τον χαρακτήρα της. Εχει πάντα έναν καλό λόγο για τους συνεργάτες της, δηλώνει ευθαρσώς την ηλικία της –«Πλησιάζω πλέον τα 50» είπε–, παραμένει λάτρης της Ελλάδας και της γειτονιάς της –μεγάλωσε, και φέτος επέστρεψε στο Παλαιό Φάληρο για μόνιμη εγκατάσταση έπειτα από πολλά χρόνια διαμονής στο εξωτερικό–, κοκκινίζει όταν της λένε κομπλιμέντα, ενώ εξακολουθεί να συγκινείται αφηγούμενη το ξεκίνημα της ζωής της.

Ενα από τα 4 παιδιά μιας εύπορης οικογένειας, με πατέρα Ελληνα και μητέρα Γερμανίδα, έμαθε σε μικρή ηλικία τη φτώχεια εξαιτίας μιας αιφνίδιας οικονομικής καταστροφής. Υποχρεώθηκε από τις συνθήκες να φοιτήσει σε τεχνικό λύκειο, καθώς τα πρωινά δούλευε ως λογίστρια σε εταιρεία. Για μουσικές σπουδές ούτε λόγος, μολονότι οικογενειακώς λάτρευαν την όπερα. Πήγαιναν ανελλιπώς κάθε εβδομάδα στο Θέατρο Ολύμπια, με την υποστήριξη ενός πατρικού φίλου που τους επέτρεπε να παρακολουθούν τις παραστάσεις από το Θεωρείο Β στον δεύτερο όροφο. Ο πατέρας της όμως πίστευε ότι οι καλλιτέχνες πεθαίνουν στην ψάθα, και την προέτρεπε να σπουδάσει οικονομικά.

Στα 18 της έφυγε στο Μόναχο για σπουδές, τις οποίες μάλιστα ολοκλήρωσε. Συνάντησε την τύχη της –η ίδια την ονόμασε «ευλογία»– σε ένα τρένο με κατεύθυνση την Αυστρία. Εκεί γνώρισε τη μετέπειτα δασκάλα της στη φωνητική, η οποία ξαφνιάστηκε από το νεαρό κορίτσι που άκουγε στα γουόκμαν όπερα και θέλησε να το βοηθήσει. Ετσι ξεκίνησαν τα μαθήματα, και η 25χρονη τότε Δήμητρα δεν έγινε λογίστρια.

Στα 27 κέρδισε υποτροφία για τη Σχολή Οπερας της Μουσικής Ακαδημίας του Μονάχου και στα 29 ντεμπουτάρισε ως Βιολέτα στην «Τραβιάτα» στο Μέγαρο Μουσικής.

Σήμερα, σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, επιστρέφει στο Μέγαρο, έχοντας τραγουδήσει τουλάχιστον 180 φορές τον ρόλο της Βιολέτας ανά τον κόσμο, άλλες τόσες ίσως και περισσότερες τη «Νόρμα» και πολλές ακόμη από τις καταπληκτικές γυναίκες της όπερας.

Ρόλος – πρόκληση

Η λαίδη Μάκμπεθ όμως παραμένει πρόκληση για εκείνη, μια δραματική σοπράνο που διακρίνεται για την ορμητικότητα και την αποφασιστικότητα με την οποία «ντύνει» τις ηρωίδες της. «Η λαίδη Μάκμπεθ έχει προσωπικότητα και αυτοί οι ρόλοι με έχουν καθιερώσει ως τραγουδίστρια», μας είπε. «Οι Ιταλοί λένε πως διαθέτω “grinta”, δηλαδή θέληση και επιθετικότητα. Με πιο απλά λόγια, όταν βρίσκομαι επάνω στη σκηνή, γυαλίζει το μάτι μου. Η λαίδη είναι για μένα ρόλος αναφοράς. Μαζί εξελιχθήκαμε με το πέρασμα των χρόνων και πλέον διαθέτει την υπογραφή μου. Δίνω μεγάλη βάση στα λόγια που τραγουδάω. Χρησιμοποιώ, θα πω καλύτερα εξαντλώ, τις τεχνικές μου ικανότητες για να δώσω χρώμα στις λέξεις, με κίνδυνο ακόμη και να χαλάσω τη φωνή μου. Ρισκάρω, παίζω στα χιλιοστά, αισθάνομαι ότι ακροβατώ σε τεντωμένο σκοινί. Η λαίδη Μάκμπεθ είναι ένας ρόλος που σε κρατάει σε ένταση από την αρχή μέχρι το τέλος. Αυτή η Σιδηρά Κυρία ξέρει πολύ καλά τι θέλει. Επιβάλλει και επιβάλλεται. Θα έλεγα ότι αυτό κάπως αντιπροσωπεύει κι εμένα. Για να φτάσω όπου βρίσκομαι, ήμουν πολύ σαφής στους στόχους μου. Σχεδόν με παρωπίδες. Και δεν άφησα κανένα να με βγάλει από τον δρόμο μου. Ελπίζω βεβαίως ότι εδώ εξαντλούνται οι ομοιότητές μας, γιατί η λαίδη δεν διαθέτει καμιά ηθική, και η εσωτερική κενότητά της την μετατρέπει σε τέρας.

»Αν πιστεύω ότι οι γυναίκες μπορούν να είναι εξίσου φιλόδοξες και σκληρές με τους άντρες; Ισως και πιο σκληρές. Οπως μπορούν να είναι πιο ικανές, ή πιο αποτελεσματικές. Αυτό το “πιο πολύ” είναι κυρίαρχο στις γυναίκες όταν το αποφασίσουν, για το καλό και για το κακό».

Πριν ξεκινήσει η τεχνική πρόβα χτυπά το κουδούνι, όπως συμβαίνει και στις κανονικές παραστάσεις. Η Δήμητρα Θεοδοσίου αποσύρθηκε στο καμαρίνι της για να συγκεντρωθεί. Είχε πει στη συζήτησή μας ότι μπαίνοντας στον ρόλο μεταμορφώνεται, και μετατρέπεται από έναν κατά γενική ομολογία ήσυχο άνθρωπο σε λυρική ηρωίδα. Αυτό ονειρευόταν από μικρή.

Η όπερα με μπαλέτο «Μάκμπεθ» του Τζουζέπε Βέρντι παρουσιάζεται από την Εθνική Λυρική Σκηνή στις 17, 18, 19, 21, 22, 24, 25 και 26 Ιανουαρίου, στις 8 μ.μ., στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών – Αίθουσα Α. Τριάντη. Μουσική διεύθυνση Μύρων Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Λορέντζο Μαριάνι.