ΜΟΥΣΙΚΗ

«Η απουσία του κοινού είναι δυσβάσταχτη»

i-apoysia-toy-koinoy-einai-dysvastachti0

Ο τενόρος Γιόνας Κάουφμαν είναι το μεγαλύτερο αστέρι της όπερας σήμερα. Πέρα από την εξαιρετική φωνή, οι ερμηνείες του, σύμφωνα με σκηνοθέτες όπως ο Ολιβιέ Πι και ο σερ Ρίτσαρντ Εϊρ, είναι αντάξιες των κορυφαίων ερμηνευτών του θεάτρου και του σινεμά. Κλεισμένος συνήθως, για τα επόμενα πέντε χρόνια τουλάχιστον, ο ίδιος θεωρεί ότι ένα από τα λίγα καλά που έφερε η πανδημία, με τις ματαιώσεις τόσων παραστάσεων, είναι η δυνατότητα να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυθόρμητες προσκλήσεις, όπως αυτή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, το Σάββατο 6 Νοεμβρίου, για ρεσιτάλ τραγουδιού, με τη συνοδεία του Χέλμουτ Ντόιτς στο πιάνο.

Tον Γιόνας Κάουφμαν πρωτοσυνάντησα στο Λονδίνο, μετά την πρεμιέρα του «Φιντέλιο» του Μπετόβεν, στο Κόβεντ Γκάρντεν τον περασμένο Μάρτιο, και συμφωνήσαμε να βρεθούμε σε περίπου δεκαπέντε ημέρες, προς το τέλος των παραστάσεων. Ομως παρενέβη ο κορωνοϊός και εντέλει τα είπαμε εξ αποστάσεως, έγκλειστοι στα σπίτια μας σε διαφορετικές χώρες. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον εξωστρεφή, επικοινωνιακό καλλιτέχνη να μιλήσει με αμεσότητα και κέφι.

«Για εμένα είναι η πρώτη φορά, εδώ και είκοσι χρόνια, που έχω τόσο μεγάλο κενό λόγω της συγκεκριμένης κατάστασης και όχι επειδή ήμουν άρρωστος. Ποτέ δεν μου έχει ξανασυμβεί αυτό. Περίμενα ότι θα ήταν δύσκολη εμπειρία. Θα περάσει πολύς καιρός ώσπου να μπορέσουν να προσέλθουν μεγάλα πλήθη στα θέατρα. Το δικό μας επάγγελμα θα είναι από τα τελευταία που θα συνέλθουν πλήρως. Οσοι βρισκόμαστε στον κόσμο του θεάματος εξαρτιόμαστε από τους θεατές».

Τι του έλειψε πιο πολύ; Η σκηνική εμπειρία, το τραγούδι, η αδρεναλίνη που προέρχεται από το κοινό; «Ω, δύσκολη ερώτηση! Μπορώ να τραγουδώ στο σπίτι, μα δεν είναι το ίδιο φυσικά. Η απουσία του κοινού είναι δυσβάσταχτη. Ακόμα και όταν κάνουμε ζωντανό streaming, δεν εισπράττουμε τη ζεστασιά του κοινού, όσο κι αν αυτό ευχαριστιέται. Τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ζωντανό χειροκρότημα στο θέατρο. Πάντοτε επηρεάζεσαι όταν το κοινό είναι μαζί σου. Αισθάνεσαι ότι σε ακολουθεί, βιώνει τη μουσική, αναπνέει και υποφέρει μαζί σου».

Εύκολα λοιπόν μπορεί κανείς να φανταστεί την εκστατική χαρά του Κάουφμαν όταν για πρώτη φορά, έπειτα από μήνες, ερμήνευσε τον περασμένο Ιούλιο στο Τεάτρο Σαν Κάρλο της Νάπολης τον Ρανταμές, στην «Αΐντα» του Βέρντι. Λάτρευε να τραγουδάει από μικρός και ήξερε από νωρίς τι ήθελε να κάνει στη ζωή του. Ωστόσο, παράλληλα με τη μουσική, σπούδασε και μαθηματικά. Το ρεπερτόριό του, ευρύ (τονίζει πόσο αγαπάει να τραγουδάει και στα γαλλικά) και πρόσφατα, με τον «Φιντέλιο», έκανε τη μεγάλη είσοδο στο γερμανικό ρεπερτόριο. «Ναι, παρότι είχα ήδη ερμηνεύσει τον Μαξ στον “Ελεύθερο σκοπευτή” του Βέμπερ σε συναυλία».
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος αυτής της όπερας, ο Φλορεστάν, έχει τη φήμη «φονιά» για τη φωνή. Είναι πράγματι τόσο δύσκολος; «Εξαρτάται από το πώς τον ερμηνεύεις. Μολονότι δεν είναι ιδιαίτερα εκτενής ρόλος –ο Λόεγκριν είναι κατά πολύ εκτενέστερος– δεν “κάθεται” καθόλου αναπαυτικά στη φωνή. Χρειάζεται τεχνική, πείρα, μια φωνητική ωρίμανση προκειμένου να παράγεις μεγάλο φωνητικό όγκο. Νομίζω πως δεν ήταν αυτή η επιδίωξη του Μπετόβεν. Βεβαίως ήταν πρωτοποριακός και τέντωνε το σκοινί, έσπρωχνε τα πράγματα στα άκρα. Πολλοί νομίζουν ότι ο Μπετόβεν δεν ήξερε πώς λειτουργεί η φωνή. Παλαιότερα και εγώ το νόμιζα αυτό. Ομως τώρα πια δεν είμαι τόσο σίγουρος. Ισως ο κορυφαίος συνθέτης να έπαιζε με την ιδέα ότι κάτι που είναι δύσκολο θα πρέπει να ακούγεται και δύσκολο, στα όρια της αντοχής σου. Ισως αυτή η ιδέα να τον κέντριζε διότι τη συναντάμε ξανά σε ορισμένα σημεία της Missa Solemnis αλλά και της Ενάτης Συμφωνίας. Οσον αφορά τον “Φιντέλιο”, αφού σε ορισμένες στιγμές η Λεονόρα και ο Φλορεστάν υποφέρουν, γιατί αυτό να μην περνάει στη μουσική τους;»

Ανθρώπινοι χαρακτήρες

Οπως ειπώθηκε και στην αρχή, ο Κάουφμαν είναι ονομαστός όχι μόνο για το μέταλλο της φωνής του, αλλά και για τις υποκριτικές του ικανότητες στη σκηνή. Ο ίδιος λέει: «Πάντοτε ψάχνω τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους ρόλους και στην πραγματική ζωή. Εκνευρίζομαι όταν λένε ότι δεν χρειάζεται να δίνουμε σημασία στην πλοκή και στους χαρακτήρες επειδή πρόκειται για όπερα. Ανοησίες! Αν οι ερμηνείες μας δεν έχουν αλήθεια μέσα τους, ο κόσμος δεν θα ταυτιστεί και δεν θα υποφέρει μαζί μας. Απλώς θα βλέπει ένα ακόμα παραμύθι. Αλλά από τη στιγμή που καθιστούμε τους χαρακτήρες ανθρώπινους και τα προβλήματά τους αληθινά, τότε μόνο θα το νιώσουν και οι θεατές, θα συνδεθούν και θα βιώσουν μαζί μας το αφήγημα ενός έργου».
Μπορεί άραγε ένας καλλιτέχνης να δίνεται στον ρόλο του και να χαλαρώνει έπειτα από κάθε παράσταση; «Ναι. Λίγες είναι οι όπερες που μετά το τέλος τους δυσκολεύομαι να επανέλθω στην πραγματικότητα. Ενας είναι ο Δον Χοσέ στην “Κάρμεν”, διότι μόλις την έχεις σκοτώσει και είσαι πολύ φορτισμένος συναισθηματικά. Ο άλλος δύσκολος ρόλος, από αυτή την άποψη, είναι ο Οθέλλος (σ.σ.: τον πρωτοτραγούδησε στο Κόβεντ Γκάρνεντ το 2017 και πρόσφατα τον ηχογράφησε για τη Sony). Τα τελευταία οκτώ λεπτά της όπερας είναι τόσο έντονα, νιώθεις τόσο βαθιά ότι έχεις μόλις σκοτώσει τη Δυσδαιμόνα, που είναι πολύ δύσκολο να είσαι ξανά ο εαυτός σου».

Οταν τον ρωτάω ποιος είναι αγαπημένος του ρόλος, βάζει τα γέλια. «Δεν θα μπορέσετε να με παγιδεύσετε!» λέει. «Μπορεί και να έχω μέσα μου μια “μαύρη λίστα” με δυο-τρεις ρόλους που για διάφορους λόγους δεν θα ήθελα να τραγουδήσω ξανά, αλλά ούτε και αυτούς θα σας τους πω. Από την άλλη, η λίστα με τους αγαπημένους μου ρόλους είναι ατελείωτη. Πάνω απ’ όλα, κάθε φορά που ερμηνεύω έναν νέο ρόλο για πρώτη φορά, νιώθω ότι αυτός θα είναι ο ρόλος που θα ερμηνεύω έως το τέλος της ζωής μου. Μετά όμως ξεπροβάλλει ο επόμενος έρωτας και στη συνέχεια ο επόμενος… Είναι αναγκαίο κάθε ρόλος να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου και στα μάτια του κοινού. Να τον εμποτίζεις κάθε φορά με μια νέα αγάπη. Αν τον αντιμετωπίζεις σαν έναν ακόμη Δον Χοσέ ή Ροντόλφο, δεν θα πείσεις κανέναν».
 
* Η κ. Ελενα Ματθαιοπούλου είναι associate editor του βρετανικού περιοδικού Opera Now.
 
Γιόνας Κάουφμαν, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Σάββατο 
6 Νοεμβρίου, 8.30 μ.μ.