ΜΟΥΣΙΚΗ

Εξοχες «Παραλλαγές Ντιαμπέλι» από τον Τίτο Γουβέλη

Από τους κορυφαίους Ελληνες πιανίστες σήμερα, ο Τίτος Γουβέλης θέτει διαρκώς υψηλότερους στόχους. 
Φωτ. Χαρης Ακριβιάδης

Το αφιέρωμα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών στα 250 χρόνια από τη γέννηση του Μπετόβεν συνεχίστηκε με ακόμη ένα πιανιστικό ρεσιτάλ. Ο Τίτος Γουβέλης έπαιξε τις Επτά Μπαγκατέλες έργο 33 του Μπετόβεν, τη Φαντασία πάνω σε ένα επίμονα επαναλαμβανόμενο μοτίβο του Τζον Κοριλιάνο και τις περίφημες 33 Παραλλαγές πάνω σε ένα βαλς του Αντον Ντιαμπέλι, έργο 120 του τιμώμενου συνθέτη.
Το τελευταίο αυτό εξαιρετικά απαιτητικό έργο φανέρωσε για ακόμη μία φορά το μεγάλο ταλέντο του Γουβέλη, πιανίστα που διευρύνει διαρκώς το ρεπερτόριό του, θέτοντας υψηλότερους στόχους. Οι «Παραλλαγές Ντιαμπέλι» αποτελούν πρόκληση για κάθε πιανίστα, καθώς στα περίπου πενήντα λεπτά που διαρκεί μια μέση εκτέλεσή τους, απαιτούν μέγιστη συγκέντρωση και απόλυτο έλεγχο των τεχνικών και εκφραστικών μέσων. Οι δεξιοτεχνικές και εκφραστικές απαιτήσεις που θέτουν είναι τεράστιες και η διαδοχή έντονων, από ηπιότερες, μικρογραφιών προϋποθέτει τέτοιες διαβαθμίσεις ηχοχρωμάτων και εναλλαγές διάθεσης, ώστε το αποτέλεσμα να αποκτήσει αισθητική αξία και να μην καταλήξει αδιάφορη και κουραστική άσκηση. Ο Γουβέλης φάνηκε να έχει επεξεργαστεί λεπτομερώς την κάθε Παραλλαγή. Η πλαστικότητα της μελωδικής γραμμής, οι στίξεις και οι ιδιαίτεροι τονισμοί απομάκρυναν τις γενικόλογες και τελικά άχρωμες ερμηνείες. Η 14η Παραλλαγή δεν ήταν απλώς αργή, αλλά διέθετε μια επισημότητα, η οποία της προσέδιδε ξεχωριστό χαρακτήρα. 

Η αμέσως επόμενη αποδόθηκε ζωηρά και ανάλαφρα, όπως επίσης με μια περιπαικτική διάθεση, η οποία την έθετε σε διάλογο με την προηγούμενη. Εξοχα εκφραστικό ήταν επίσης το αργό μέρος (31η Παραλλαγή) πριν από την τελική φούγκα, η οποία αποδόθηκε με απίστευτη δύναμη και ακρίβεια, χωρίς να προδίδει την παραμικρή κόπωση απ’ όσα είχαν προηγηθεί. Μόνο τον σεβασμό και τον θαυμασμό του μπορεί να εκφράσει κάποιος για την ερμηνεία αυτή, και είναι κρίμα που λόγω των συνθηκών δεν παρευρέθησαν περισσότεροι φιλόμουσοι.

Το πρώτο μέρος της βραδιάς άρχισε με τις Επτά Μπαγκατέλες, έργο 33 του Μπετόβεν, ένα ακόμη σπονδυλωτό έργο, μέσα από το οποίο ο Γουβέλης προϊδέασε το κοινό για όσα θα ακολουθούσαν. Στη συνέχεια ακούστηκε η Φαντασία του Κοριλιάνο, παραγγελία του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου Βαν Κλίμπερν για τους δώδεκα πιανίστες που θα έφταναν στην ημιτελική φάση του. Ο Κοριλιάνο ανταποκρίθηκε με ένα έργο που προϋποθέτει φαντασία από τον ερμηνευτή, καθώς ο ίδιος αποφασίζει τον αριθμό και ώς ένα βαθμό τον χαρακτήρα των επαναλήψεων του μοτίβου στο οποίο βασίζεται η σύνθεση. Το μοτίβο αυτό προέρχεται από τo δεύτερο μέρος της Εβδομης Συμφωνίας του Μπετόβεν και είναι ένα από τα γνωστότερα επαναλαμβανόμενα θέματα της μουσικής φιλολογίας. 
Υπ’ αυτήν την έννοια το έργο του Κοριλιάνο εντασσόταν ομαλά στο πρόγραμμα της βραδιάς, φανερώνοντας έναν δημιουργικό τρόπο αξιοποίησης του παρελθόντος στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πρότασης. Ο Γουβέλης στήριξε το ρυθμικό μινιμαλιστικό υπόβαθρο, χαρακτηριστικό της εποχής που γράφηκε το έργο (1985), υπογράμμισε όμως περισσότερο την εκφραστικότητα της μουσικής, που άλλωστε είναι το βασικό στοιχείο της γλώσσας του Κοριλιάνο.