ΜΟΥΣΙΚΗ

Μπαρόκ μουσική ξαναϊδωμένη από συνθέτες του 20ού αιώνα

mparok-moysiki-xanaidomeni-apo-synthetes-toy-20oy-aiona-561192655

«Συνθέτες συνθέτουν συνθέτες» ήταν ο τίτλος της συναυλίας που πραγματοποίησε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στις 29 Νοεμβρίου, την οποία πρόβαλε διαδικτυακά στο YouTube όπως και στην ιστοσελίδα της στο Facebook, «ανοικτή» και συνεπώς προσβάσιμη στον καθένα. Το πρόγραμμα περιλάμβανε τη δεύτερη Φούγκα από τη «Μουσική προσφορά» του Μπαχ στην επεξεργασία της από τον Αντον Βέμπερν, τον «Θρήνο της Αριάδνης» του Μοντεβέρντι στην επεξεργασία του από τον Καρλ Ορφ και τη σουίτα από το μπαλέτο «Πουλτσινέλα» του Στραβίνσκι. Το τελευταίο βασίζεται σε μουσική που άλλοτε αποδιδόταν στον Περγκολέζι, φαίνεται όμως ότι προέρχεται από την πένα άλλων συνθετών της ίδιας περιόδου. Με άλλα λόγια, ακούστηκαν τρία έργα του 20ού αιώνα, των οποίων οι συνθέτες στηρίχτηκαν σε έργα συναδέλφων τους από την εποχή του μπαρόκ. Τη συναυλία διηύθυνε ο Βλαδίμηρος Συμεωνίδης και σολίστ ήταν η μεσόφωνος Μαργαρίτα Συγγενιώτου.

Η δεύτερη, εξάφωνη φούγκα (Ριτσερκάρε) από τη συλλογή έργων για πληκτροφόρο όργανο με τον γενικό τίτλο «Μουσική προσφορά» του Μπαχ έχει μεταγραφεί αρκετές φορές. Μία από τις πιο γνωστές είναι η εκδοχή για μικρή ορχήστρα του Αντον Βέμπερν (1935). Πρόκειται στην ουσία για ένα νέο έργο, καθώς ο συνθέτης μοιράζει τη μελωδική γραμμή σε διάφορα όργανα, κι έτσι κάθε νότα αποκτά το ηχόχρωμα του συγκεκριμένου οργάνου που την αποδίδει. Τι πιο ευνοϊκό ως επιλογή για την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με τους καλούς μουσικούς-σολίστες πνευστών, που απαιτούνται για το συγκεκριμένο έργο, τη Χριστίνα Πιλαφτσή (φλάουτο), τον Γιάννη Οικονόμου (όμποε), τη Χριστίνα Παντελίδου (αγγλικό κόρνο), τον Σπύρο Μουρίκη (κλαρινέτο), τον Βασίλη Λιοδάκη (φαγκότο), τον Κώστα Σίσκο (κόρνο), τον Γιάννη Καραμπέτσο (τρομπέτα), τον Κώστα Αυγερινό (τρομπόνι). Παρ’ όλα αυτά, το αποτέλεσμα υπήρξε λιγότερο πειστικό, καθώς η εμφανής έγνοια για την απόδοση του ίδιου του μουσικού κειμένου φανέρωνε περιορισμένη εξοικείωση με τη συγκεκριμένη γραφή και στεκόταν εμπόδιο στην ερμηνεία.

Ο Ορφ ανήκει στους συνθέτες που εμπνεύστηκαν από την κλασική αρχαιότητα. Ανάμεσα σε άλλα έγραψε όπερες, όπως η «Αντιγόνη», ο «Οιδίπους Τύραννος» και ο «Προμηθέας». Ο περίφημος «Θρήνος της Αριάδνης» του Μοντεβέρντι, ένας από τους τρεις «θρήνους» με τους οποίους ασχολήθηκε ο Βαυαρός συνθέτης, τον γοήτευσε το 1925 και επανήλθε σε αυτόν το 1940. Στην επεξεργασία του αντικαθιστά τη λιτή και ευαίσθητη συνοδεία του Μοντεβέρντι με έναν ήχο πλούσιο, έντονα δραματικό και εξπρεσιονιστικό, ο οποίος υπογραμμίζει τη θεατρικότητα του κειμένου. Η Μαργαρίτα Συγγενιώτου, που έχει εξίσου υπηρετήσει το μπαρόκ με τις προδιαγραφές του είδους, έδωσε μια ταιριαστά πιο έντονη και δραματική ερμηνεία.
Απολαυστική ήταν η ερμηνεία της σουίτας από τον «Πουλτσινέλα», καθώς ο Συμεωνίδης είχε στη διάθεσή του τους καλούς πνευστούς της ορχήστρας και όλοι μαζί αισθάνονται εμφανώς περισσότερο εξοικειωμένοι με τη μουσική γλώσσα του έργου. Πλαστικότητα και ακρίβεια στη διαμόρφωση των φράσεων, όπως επίσης ενδιαφέρουσες διαβαθμίσεις, ξεπέρασαν το πρόβλημα μιας ελάχιστα ευνοϊκής ηχοληψίας.