ΜΟΥΣΙΚΗ

Καλοί σολίστες και ένας αρχιμουσικός με ενδιαφέρον

Καλοί σολίστες και ένας αρχιμουσικός με ενδιαφέρον

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών συνεχίζει τη διαδικτυακή συναυλιακή δραστηριότητά της, προσφέροντας βραδιές οι οποίες περιλαμβάνουν δύο αρκετά σύντομα κοντσέρτα με σολίστες μουσικούς από τις τάξεις της ίδιας της ορχήστρας. Το πρόγραμμα διευθύνει Ελληνας αρχιμουσικός, όχι απαραιτήτως νέος αλλά σίγουρα λιγότερο προβεβλημένος. Η πρόταση αυτή μοιάζει κυρίως ενδιαφέρουσα για τους ίδιους τους μουσικούς και ίσως για εκείνη τη μερίδα του κοινού που ενδιαφέρεται πρωτίστως για σπάνια έργα.

Ετσι, στις 30 Ιανουαρίου από την πρώην «Αίθουσα Φίλων της Μουσικής» μεταδόθηκε συναυλία με το Κοντσέρτο για άρπα και ορχήστρα σε λα μείζονα του Αυστριακού Καρλ Ντίτερς φον Ντίτερσντορφ, το Κοντσέρτο για τρομπόνι και ορχήστρα του Δανού συνθέτη Λάουνι Γκρένταλ και τη Δεύτερη Συμφωνία του Μπετόβεν. Σολίστ ήταν η Γωγώ Ξαγαρά (άρπα) και ο Ανδρέας Ρολάνδος Θεοδώρου (τρομπόνι), ενώ την ορχήστρα διηύθυνε ο Σπύρος Προσωπάρης. Το Κοντσέρτο για άρπα, στην ουσία πολύ μεταγενέστερη μεταγραφή ενός κοντσέρτου για τσέμπαλο του Ντίτερσντορφ (1779) από τον Αυστριακό συνθέτη Καρλ Χέρμαν Πίλνεϊ (1958), περιλαμβάνεται στα πιο γνωστά για το συγκεκριμένο όργανο. Την απέδωσε θαυμάσια η αρπίστρια Γωγώ Ξαγαρά με δεξιοτεχνική ακρίβεια, ευγένεια ύφους και αντίληψη της αισθητικής της μουσικής. Ακολούθησε σε τελείως διαφορετικό ύφος το Κοντσέρτο του Γκρένταλ (1924), στη διασκευή του Μάικλ Στιούαρτ. Προφανέστατα προϋποθέτει δεξιοτέχνη σολίστ και ο Ανδρέας Ρολάνδος Θεοδώρου έδειξε πόσο εκφραστικό μπορεί να είναι το τρομπόνι, όργανο που συνηθέστερα εκτιμάται κυρίως για την ισχύ του. Τα τρία μέρη του έργου τού επέτρεψαν να φανερώσει το εύρος των ηχοχρωμάτων και συνολικά των δυνατοτήτων του οργάνου, τόσο στις λυρικές ενότητες όσο και σε σελίδες δεξιοτεχνίας.

Ξεχωριστή αναφορά αξίζει στον 42χρονο Κερκυραίο αρχιμουσικό Σπύρο Προσωπάρη, ο οποίος παρά τη σχετική μόνο εμπειρία του αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικός στη Δεύτερη Συμφωνία του Μπετόβεν. Η ερμηνεία του διέθετε δύναμη και ορμή, αλλά όχι βιασύνη. Υπήρχαν στίξεις και οι απαραίτητοι τονισμοί, ώστε να αναδεικνύονται οι διαφορετικές ενότητες του έργου και μέσα από αυτές η δραματουργία της μουσικής. Ηταν μια ανάγνωση από την οποία προέκυπτε ακριβώς η μεταβατική φύση αυτής της μουσικής ανάμεσα στον κλασικισμό και στον ρομαντισμό.

Το βράδυ της προηγουμένης, από το Ιδρυμα Θεοχαράκη μεταδόθηκε ρεσιτάλ του πιανίστα Αρη Γραικούση με έργα εμπνευσμένα από την Ελληνική Επανάσταση. Η βραδιά περιλάμβανε κυρίως συνθέσεις χρηστικής μουσικής και μουσική σαλονιού λιγότερο γνωστών συνθετών όπως ο Γερμανός Κρίστιαν Φρίντριχ Ρίπε και οι Γάλλοι Σαρλ Σολιέ, Φ. Μ. Μπουρντέν ντ’ Αντρεμόν και Σεβερέν Λεονί: πόλκες, μαζούρκες και εμβατήρια, που πάντως δείχνουν ακριβώς την έκταση της απήχησης του Ελληνικού Αγώνα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Πλάι στην «Πόλκα των Ελλήνων» του Γιόχαν Στράους, ακούστηκαν συνθέσεις των Παύλου Καρρέρ, Γεωργίου Λαμπίρη, Ιωσήφ Λιβεράλλη, αλλά και το «Καπρίτσιο αλά τούρκα», δηλαδή η μεταγραφή για πιάνο αποσπασμάτων των μπετοβενικών «Ερειπίων των Αθηνών» από τον Φραντς Λιστ.