ΜΟΥΣΙΚΗ

‘Εργα Σοστακόβιτς και Σούμαν σε πολύ καλές ερμηνείες

erga-sostakovits-kai-soyman-se-poly-kales-ermineies-561316663

Ο τσελίστας Αγγελος Λιακάκης είναι σήμερα μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Πολύ πριν συμβεί αυτό ήταν γνωστός ως σολίστ αλλά και από έντονη παρουσία στον χώρο της μουσικής δωματίου. Ως μέλος του Νέου Ελληνικού Κουαρτέτου, όπως και σε συνεργασία με τον πιανίστα Τίτο Γουβέλη, είχε ερμηνεύσει πλήθος έργων και είχε δείξει τις ικανότητές του σε ευρύτατο ρεπερτόριο. Πέρα από τις όποιες τεχνικές και δεξιοτεχνικές ευκολίες μπορεί να έχει ένας μουσικός, όσο παραμένει ενεργός και δημιουργικός η εμπειρία αυτή προστίθεται ως ποιότητα στην ερμηνευτική οπτική του, όπως αυτή διαμορφώνεται με τα χρόνια.

Στην περίπτωση του Λιακάκη, η εμπειρία αυτή φάνηκε καθαρά κατά τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, η οποία μεταδόθηκε διαδικτυακά από την πρώην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» στις 20 Μαρτίου. Υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, νέου καλλιτεχνικού διευθυντή της ορχήστρας, ο Λιακάκης απέδωσε το πρώτο Κοντσέρτο για τσέλο και ορχήστρα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, γραμμένο το 1959 για τον Μστισλάβ Ροστροπόβιτς. Ο Ελληνας τσελίστας διαθέτει την τεχνική, τη δεξιοτεχνία και την τονική σιγουριά για τα νευρώδη, μηχανιστικά ζωηρά μέρη, το πρώτο και το τέταρτο. Υπήρξε όμως πραγματικά απολαυστικός στο αργό δεύτερο μέρος και στην εκτενή καντέντσα (3ο μέρος), καθώς σε αυτά υπάρχει πολύ μεγαλύτερος χώρος για εκφραστικότητα και ερμηνεία.

Στη συνέχεια ο Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε την τέταρτη Συμφωνία του Ρόμπερτ Σούμαν, γραμμένη το 1841 και αναθεωρημένη δέκα χρόνια αργότερα. Ο Καρυτινός έχει παρουσιάσει αρκετές φορές με επιτυχία έργα του Σούμαν στο ελληνικό κοινό. Η εξοικείωσή του με το συγκεκριμένο έργο, αλλά και συνολικά με τους κανόνες και την αισθητική της μουσικής του Σούμαν, φαινόταν από την άνεση με την οποία χειρίστηκε το μουσικό υλικό. Δεν υπήρχε μόνο η ορμή και η δραματική δύναμη, τόσο χαρακτηριστική ήδη από το πρώτο μέρος. Το στοιχείο που σφράγισε την επιτυχημένη ερμηνεία ήταν η εύστοχη άρθρωση σε ενότητες, εξαιρετικά σημαντική ειδικά σε ένα έργο στην ουσία ενιαίο, στο οποίο διακρίνονται τέσσερα μέρη, που διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς διακοπή. Η επιλογή της ταχύτητας κάθε ενότητας και ακόμη περισσότερο η αυξομείωση της ταχύτητας αυτής σε σχέση με τις επιλογές δυναμικής, οι ενδιάμεσες παύσεις και συνεπώς συνολικά ο τρόπος με τον οποίο ξεκινούσαν, αναπτύσσονταν και στη συνέχεια ολοκληρώνονταν οι φράσεις, έδιναν «βηματισμό», πλαστικότητα και παλμό στη μουσική. Αφθονα ήταν τα παραδείγματα, ειδικά στο τρίτο και στο τέταρτο μέρος. Εκαναν τη μουσική να ηχεί «αυτονόητη», στοιχείο που αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο έπαινο και φέρνει τη σημαντικότερη ικανοποίηση, καθώς δημιουργούσε την προφανώς παράδοξη εντύπωση πως έτσι είναι το έργο, χωρίς τη μεσολάβηση ερμηνευτή.

Στο αργό δεύτερο μέρος σημειώνει κανείς τη θετική συμβολή του ομποΐστα Γιάννη Οικονόμου, όπως και των υπόλοιπων ξύλινων και χάλκινων πνευστών της ορχήστρας. Ωστόσο, αναμφίβολα την κύρια ευθύνη της επιτυχίας έφεραν τα έγχορδα, που ξεπέρασαν τα οποία σημειακά προβλήματά τους χάρη στην καθοδήγηση του Καρυτινού και σφράγισαν την πολύ καλή ερμηνεία.