ΜΟΥΣΙΚΗ

Βαθιά ανθρώπινη ερμηνεία της «Επίσημης Λειτουργίας»

vathia-anthropini-ermineia-tis-episimis-leitoyrgias-561347836

Ενα από τα σημαντικότερα έργα θρησκευτικής μουσικής, η «Επίσημη Λειτουργία» –Missa Solemnis– του Μπετόβεν, υπήρξε και ένα από τα πλέον φιλόδοξα. Γράφηκε έπειτα από έντονη θεολογική και μουσική έρευνα του συνθέτη στη βιβλιοθήκη του φίλου και πάτρωνά του Αρχιεπισκόπου Ροδόλφου, στον οποίο και το αφιέρωσε. Το έργο όφειλε να είναι έτοιμο το 1820 για την ενθρόνιση του Ροδόλφου ως Αρχιεπισκόπου του Ολομοουτς, πόλη της Μοραβίας σήμερα στην επικράτεια της Τσεχίας. Ωστόσο, ο Μπετόβεν αποφάσισε να δώσει στη Λειτουργία σημαντικότερες διαστάσεις απ’ ό,τι είχε υπολογίσει αρχικά, κι έτσι δεν πρόλαβε την περίσταση.

Η σχέση του Μπετόβεν με τη θρησκεία έχει αποτελέσει θέμα αρκετών συζητήσεων. Βαπτισμένος καθολικός, δεν εκκλησιαζόταν από αντιπάθεια προς τον κλήρο. Πίστευε βαθιά στην ύπαρξη μιας θεϊκής δύναμης, ενώ ταυτόχρονα θεωρούσε ότι το θεϊκό και το υπερβατικό είναι απρόσιτα στην εμπειρία. Η πίστη του στην Ενσάρκωση, στην άμωμο σύλληψη και στη Λύτρωση μέσω της Σταύρωσης τον ενέπνευσαν να συνθέσει ορισμένες από τις τρυφερότερες και συγκινητικότερες μουσικές σελίδες. Η «Επίσημη Λειτουργία» είναι έργο ιδιαίτερα σύνθετο, που απαιτεί σημαντική προετοιμασία από τους ερμηνευτές αλλά και από όποιον ακροατή δεν επιθυμεί να περιοριστεί στο επίπεδο της αισθητικής απόλαυσης. Είναι γεμάτη από μουσικούς συμβολισμούς. Κυρίως, όμως, ξεφεύγει από το στενό χρηστικό πλαίσιο μιας Λειτουργίας και αναδεικνύεται σε μια πολύ ευρύτερη ποιητική έκφραση, ταυτόχρονα σε έναν ύμνο στην ειρήνη, εξωτερική, πολιτική αλλά και εσωτερική, όπως επιζητά ο ίδιος ο Μπετόβεν στο μέρος «Δώσε μας ειρήνη»/«Dona nobis pacem».

Η ηχογράφηση της «Επίσημης Λειτουργίας» από την Ορχήστρα Μπαρόκ του Φράιμπουργκ υπό τον Ρενέ Γιάκομπς (HMM902427) πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2019, στο τέλος περιοδείας. Ο Γιάκομπς προέρχεται από τον κόσμο της μπαρόκ μουσικής και έχει ασχοληθεί διεξοδικά με αυτόν του κλασικισμού. Βλέπει τον Μπετόβεν ως κρίκο μιας εξελικτικής αλυσίδας και όχι αντίστροφα, δηλαδή με τη γνώση όσων έχουν ακολουθήσει. Με αυτή τη λογική στήνει και τις μουσικές του δυνάμεις στον χώρο: στο κέντρο η ορχήστρα, με τη χορωδία τοποθετημένη εκατέρωθεν και τους τέσσερις σολίστες στο κέντρο, ψηλά πίσω από την ορχήστρα. Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στην ηχογράφηση. Εχει δε ως πρόσθετο πλεονέκτημα την ακόμη μεγαλύτερη διαύγεια του ήχου της χορωδίας, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό καθώς όσα ζητάει από αυτήν ο συνθέτης είναι εξαιρετικά απαιτητικά και στην περίπτωση των υψιφώνων σχεδόν απάνθρωπα δύσκολα.

Ο Γιάκομπς αναδεικνύει τις διαφορετικές όψεις του έργου, την υπερβατική, τη βαθιά ανθρώπινη, την έντονα δραματική ακόμη και το στιγμιαίο χιούμορ στη μουσική, επιτυγχάνοντας ενότητα ύφους παρότι οι αντιθέσεις είναι έντονες και κάθε είδους. Εχει στη διάθεσή του τον καθαρό και ακριβή ήχο της Ορχήστρας Μπαρόκ του Φράιμπουργκ, τη Χορωδία RIAS του Βερολίνου, που αποδίδει με χρώματα ακόμη και τις απαιτητικότερες σελίδες, όπως επίσης ένα κουαρτέτο μονωδών (Πάστιρτσακ, Χάρμσεν, Ντέιβισλιμ, Βάισερ), που υπηρετούν το όραμά του. Μια ερμηνεία για τον 21ο αιώνα.