ΜΟΥΣΙΚΗ

Θαλασσογραφίες με νότες και ήχους

Τα κύματα ακούστηκαν στα πορτογαλικά, στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα ελληνικά, παντού με μιαν αγάπη

thalassografies-me-notes-kai-ichoys-561459850

«Πήγα να χορέψω στη βάρκα μου, εκεί στην άγρια θάλασσα. Και η θάλασσα βρυχώμενη έλεγε ότι πήγα να κλέψω το ασύγκριτο φως των όμορφων ματιών σου». Η Πορτογαλίδα Ντούλτσε Πόντες παίρνει το αυθεντικό, βουτηγμένο στη θλίψη, φάδο της συμπατριώτισσάς της Αμάλια Ροντρίγκες, του αλλάζει τους στίχους και αφήνει μια μικρή ανάσα ελπίδας κρυμμένη στο δικό της «τραγούδι της θάλασσας»: «Ελα να μάθεις αν η θάλασσα έχει δίκιο / Ελα να δεις την καρδιά μου να χορεύει / Αν χορέψω με τη βάρκα μου / Δεν θα βγω στην άγρια θάλασσα / Και δεν θα της πω που πήγα να τραγουδήσω / Να χαμογελάσω, να χορέψω, να ζήσω, να ονειρευτώ… Μαζί σου».

«Ξέρεις, ποτέ δεν ήμουν τόσο ευτυχισμένος όσο εκείνο το πρωί / Περπατούσαμε σε μια παραλία», ξεκινάει να χρωματίζει το τοπίο του τραγουδιού του ο Τζο Ντασέν. Κι ύστερα καταφεύγει σε μια ζωγράφο: «Με το μακρύ σου φόρεμα, έδειχνες σαν μια υδατογραφία της Μαρί Λορανσέν / Και θυμάμαι, θυμάμαι πολύ καλά τι σου είχα πει, εκείνο το πρωί / Πριν από ένα χρόνο, πριν από έναν αιώνα, πριν από μια αιωνιότητα». 

Το τραγούδι πηγαίνει να ανταμώσει με τα λόγια του Ρεμπό: «Η αιωνιότητα είναι η θάλασσα που σμίγει με τον ήλιο». Οπως κάνει ή προσπαθεί να κάνει σε κάποια από τις περίφημες ιμπρεσιονιστικές θαλασσογραφίες του Μονέ. Σαν να βλέπεις τα χρωματικά παιχνίδια της «θάλασσας» του Ντεμπισί. Κι αν οδηγεί τούτη τη «θάλασσα» ο Κλαούντιο Αμπάντο (ας βάλουμε και μια ιταλική νότα σ’ αυτή τη γαλλική καλλιτεχνική παροικία) τη βλέπεις την ιριδίζουσα χροιά, το φως που ξεσπά… Στις συνθέσεις του μουσικού αντηχούν οι εικόνες του ζωγράφου και στους πίνακες του ζωγράφου αντανακλούν οι νότες του μουσικού. Ισως κάπου να αχνοφαίνεται και η βάρκα της Ντούλτσε Πόντες.
Κοντεύει μισός αιώνας από τότε που o Τζο Ντασέν ηχογράφησε το (προαναφερθέν) τραγούδι για «Μια εποχή που δεν υπάρχει παρά μόνο στη Βόρεια Αμερική / Εκεί κάτω την ονομάζουν “ινδιάνικο καλοκαίρι”». «L’Été indien», ένα από τα πιο οικεία μας γαλλόφωνα τραγούδια. Που είναι ιταλικό. Η μουσική του φτιάχτηκε από τον Τοσκανέζο Τότο Κουτούνιο. Και πρωτοτραγουδήθηκε από το συγκρότημά του στα αγγλικά. Με τα κύματα που γέμιζαν τη μουσική του να φέρνουν μνήμες απ’ την Αφρική. Που «οι φυσικοί της ήχοι δεν μπορούν ποτέ να συγκριθούν με τον θορυβώδη τεχνητό κόσμο μας».

Τα τραγούδια ταξιδεύουν στις χώρες και στα χρόνια. Κάποτε αλλάζουν νόημα. Κάποτε, συχνά, το νόημά τους είναι αυτό που εσύ αποφασίζεις να είναι. Η θάλασσα τα γεμίζει όπως γεμίζει τον πλανήτη μας. Το χρώμα της αλλάζει, η λαλιά της αλλάζει, το τραγούδι της αλλάζει… Τώρα ακούγεται απ’ το Μονακό. Μέσα και από τη φωνή του Ζαν-Φρανσουά Μορίς. Ισως τα λόγια του να είναι λιγότερο ποιητικά. Περισσότερο καυτά από τη θερμοκρασία που περιγράφουν: 28 βαθμοί υπό σκιάν. Και λιγότερα: τα διαφεντεύει ένα «μη λες τίποτα». «Σαν ένα ξανθό κύμα με παρασέρνεις»… Σε μέρη που μπορεί να μην υπήρξαν.

Οπως το Σαραζάν που τραγουδούσαν ο Αλ Μπάνο και η Ρομίνα Πάουερ. Με αφετηρία τις παιδικές τους αναμνήσεις. Και την ιδέα τους για την ελευθερία. Αλλιώτικη απ’ αυτήν που ζητωκραύγαζαν τα «νέγρικα διαμαρτυρίας». Το καράβι σάλπαρε, μ’ έναν ναύτη απ’ τη Σύρα. Επιασε στο Μισισίπι. Το κουμαντάρισε ο Στέλιος Βαμβακάρης. Που έδωσε τη δική του απόδειξη ότι «το ρεμπέτικο είναι το ελληνικό μπλουζ».

Σε διάφορες μουσικές γλώσσες, τα κύματά μας ακούστηκαν στα πορτογαλικά, στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά, και στα ελληνικά. Παντού πάφλασαν με μιαν αγάπη. Κι άλλη μία φορά, σε γλώσσες πολλές, στη νησιωτική πόλη του Κρίστοφερ Κρος που κυριαρχείται από το «η αγάπη είναι η αγάπη σε κάθε γλώσσα». Και μια τελευταία φορά, στο μπαλέτο «Η θάλασσα» του Νίκου Σκαλκώτα. Κι ας μην ακούγονται τα κύματα. Ή μήπως τ’ ακούς;