ΜΟΥΣΙΚΗ

Μουσικές του καλοκαιριού #6

moysikes-toy-kalokairioy-6-561471010

Ηταν η μεγάλη παραγωγή του Χόλιγουντ που οι δημιουργοί της δεν περίμεναν να βγει στις αίθουσες τον χειμώνα, αλλά καταμεσής του καλοκαιριού. Για την ακρίβεια, η απόφαση ήταν του Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο οποίος έπαιζε κορώνα-γράμματα την καριέρα του.

Τα «Σαγόνια του καρχαρία» προβλήθηκαν για πρώτη φορά στην Αμερική το καλοκαίρι του 1975 και αρκετοί, αφού παρακολούθησαν την ταινία, κατέβηκαν ξανά στην παραλία σκεπτικοί. Ο Σπίλμπεργκ είχε κερδίσει το στοίχημα που είχε βάλει – πρώτα και κύρια με τον εαυτό του.

Oμως, θα ήταν η ίδια ταινία, ο ίδιος θρύλος, δίχως τη μουσική της υπόκρουση; Και, βασικά, χωρίς το κυρίως θέμα που συνέθεσε ο Τζον Ουίλιαμς;

Εκείνες οι δύο νότες μι και λα που επαναλαμβάνονται, από τα έγχορδα και από τα χάλκινα πνευστά της συμφωνικής ορχήστρας, κυρίως όμως από το πιο μπάσο χάλκινο, την τούμπα, θα μπορούσαν να οριστούν ο απόλυτος εφιάλτης κάθε λουομένου.

Κι ωστόσο, όταν ο Σπίλμπεργκ κάθισε μαζί με τον Ουίλιαμς για να του παίξει ο τελευταίος στο πιάνο τι είχε σκεφτεί έως εκείνη τη στιγμή, μόλις ο συνθέτης άρχισε να παίζει το βασικό θέμα, ο Σπίλμπεργκ έβαλε τα γέλια: «Με δουλεύεις, έτσι;» του είπε. «Ελα, δείξε μου τώρα τι έχεις δουλέψει». «Αυτό είναι, Στίβεν. Στ’ αλήθεια, πιστεύω πως αυτό είναι».

Οντας έξυπνος άνθρωπος ο Σπίλμπεργκ, υποχώρησε. Εδώ το στοίχημα το κέρδισε ο Τζον Ουίλιαμς, τόσο μάλιστα που ο σπουδαίος Αμερικανός σκηνοθέτης δήλωσε αργότερα πως χωρίς τη μουσική του Ουίλιαμς η ταινία του όντως δεν θα είχε κάνει ούτε τη μισή από την επιτυχία που έκανε. Η επιτυχία του Ουίλιαμς επισφραγίστηκε και με ένα Οσκαρ μουσικής υπόκρουσης.

«Δεν είναι ακριβώς η ιδανική καλοκαιρινή μουσική, έτσι;» σχολίασα στον κύριο Γκρι, ο οποίος όμως δεν πτοείται από κάτι τέτοια. Για εκείνον, τα «Σαγόνια», και η μουσική τους, είναι ταυτισμένα με το θερινό «Αννα Ντορ» της Γλυφάδας, τη μακρινή δεκαετία του ’70, όταν οι γονείς του τον έμπαζαν περίπου στα κρυφά, καθώς η ταινία ήταν «αυστηρώς ακατάλληλη». Δεν θα ξεχάσει ποτέ τον συνδυασμό αυτής της μουσικής με τον άφαντο –έως πριν από το φινάλε– μεγάλο λευκό καρχαρία που ξεπαστρεύει χίπισσες, σκυλιά, αγόρια και μεγάλους άνδρες.

«Το πιο τρομακτικό με τη μελωδία της επίθεσης του καρχαρία», λέει ενθουσιασμένος ο κύριος Γκρι, «είναι πως ξεκινάει αργά, πολύ αργά, σιγανά, πολύ σιγανά, έπειτα μετατρέπεται σε ένα αφόρητο κρεσέντο που φτάνει σε ένα εκκωφαντικό φορτίσιμο: η επίθεση ολοκληρώνεται και τα σαγόνια κλείνουν γύρω από την ευάλωτη σάρκα. Και μετά πέφτει μια απότομη, αφόρητη σιωπή. Δεν έχεις ακόμα συνέλθει από αυτή την εφιαλτική ηχητική μπάντα και σε αφήνει σε μια σιωπή που δεν αντέχεται. Ιδού πώς κάτι εφήμερο γίνεται κλασικό».