ΜΟΥΣΙΚΗ

Μπραμς εκφραστικός αλλά με προβλήματα

mprams-ekfrastikos-alla-me-provlimata-2027532

Επιτυχημένη αλλά με επιμέρους προβλήματα υπήρξε η τρίτη συναυλία του «κύκλου Μπραμς» της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Στις 2 Μαΐου στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» ο Γερμανός αρχιμουσικός Μάρκους Μπος διηύθυνε την «Τραγική» εισαγωγή, τη δεύτερη Συμφωνία, όπως επίσης το Κοντσέρτο για βιολί του συνθέτη.

Ο Μπος φάνηκε από την αρχή να γνωρίζει ποιο είναι το εκάστοτε βασικό ζητούμενο στη μουσική του Μπραμς αλλά και πώς να το αποσπάσει από την ορχήστρα. Στην «Τραγική» εισαγωγή διαμόρφωσε αμέσως τον θυελλώδη, σκοτεινό χαρακτήρα της μουσικής, ενώ στο πένθιμης διάθεσης μεσαίο τμήμα του έργου, μέσα από το ξεχωριστό τους χρώμα τα ξύλινα πνευστά προσέθεσαν απόκοσμη διάσταση. Περισσότερες δοκιμές ενδεχομένως να απέφεραν ένα αποτέλεσμα με λιγότερα προβλήματα συντονισμού.

Στο Κοντσέρτο για βιολί σολίστ ήταν ο 27χρονος Δημήτρης Καρακαντάς, δεξιοτεχνικά ασφαλής, τονικά ακριβής και εκφραστικά χωρίς παλινωδίες, καθώς είχε βρει ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην κλασική αυστηρότητα της μορφής και το ρομαντικό πάθος όσων εκφράζει η μουσική. Η υπερβολική ταχύτητα στα σημεία δεξιοτεχνίας περιόριζε αρκετές φορές σημαντικά την ένταση του ήχου, για την οποία, όμως, αποζημίωνε η σιγουριά του βιολιστή και η γοητευτική διαμόρφωση των φράσεων, ρωμαλέα και ταυτόχρονα επεξεργασμένη στις λεπτομέρειές της.

Η δεύτερη Συμφωνία φάνηκε συνολικά καλύτερα προετοιμασμένη. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποφεύχθηκαν προβλήματα, ειδικά στο δεύτερο μέρος, όπου ο ανεπαρκής συντονισμός και η περιορισμένη ευκρίνεια ανάμεσα στα χαμηλά έγχορδα και στα ξύλινα είχαν ως αποτέλεσμα να χαθεί ο παλμός της μουσικής και να υπονομευθεί η αλληλουχία σημείων έντασης και υφέσεων.

Στο πρώτο μέρος ο Μπος απέσπασε από την ορχήστρα σφριγηλό ήχο και πλαστικότητα στη διαμόρφωση των φράσεων. Λυρικά αποδόθηκε το τρίτο μέρος, πολύ καλά ήχησε η κρίσιμη μελωδία του όμποε (Γιάννης Οικονόμου), ωστόσο το ζωηρό τμήμα που ακολούθησε δεν διέθετε πάντα το χαρίεν ύφος (grazioso) που ζητάει ο Μπραμς. Ο πλούτος του τελευταίου μέρους, με το πλήθος των στοιχείων που έχει να θαυμάσει κανείς και τις ευκαιρίες που δίνει τόσο σε μεμονωμένα όργανα όσο και στο σώμα των εγχόρδων, κέρδισε τις εντυπώσεις και έκλεισε τη βραδιά με θετικό πρόσημο, χωρίς η απόδοση να υπερτερεί από τα προηγούμενα μέρη σε ό,τι αφορούσε την επεξεργασία.