ΜΟΥΣΙΚΗ

Η Αθήνα στα βήματα της Ν. Υόρκης

i-athina-sta-vimata-tis-n-yorkis-2030131

Νύχτα Κυριακής στο Μεταξουργείο, δεν είναι πολύ καθησυχαστικό να σου φράζει κάποιος την είσοδο της πολυκατοικίας ρωτώντας συνωμοτικά: «Πού πηγαίνετε;». «Είμαστε για το…». «Στον τέταρτο». Την πρώτη εντύπωση απαλύνει το χαμόγελο των κυριών που βρίσκονται πίσω από την πόρτα, σε ένα τραπεζάκι όπου κόβουν εισιτήρια. Με το που ανοίγει δε η πόρτα, μας αγκαλιάζει η αναπόφευκτη ζέστη ενός κλειστού χώρου γεμάτου κόσμο και η ευπρόσδεκτη ένταση μιας μουσικής που διεκδικούσε την προσοχή: στη μικρή σκηνή, οι Wonder-Fall Quartet βρίσκονταν σε αυτοσχεδιαστικό οίστρο. Εκεί, στο λοφτ του τετάρτου ορόφου του κτιρίου της οδού Κολωνού, βρισκόταν σε εξέλιξη η τρίτη ημέρα του Loft Jazz Festival, μιας σχεδόν ερασιτεχνικής εκδήλωσης που μάζεψε στο μουσικό εργαστήριο «Μουσική & Μουσικοί» αρκετές δεκάδες νέων κυρίως ανθρώπων που συνέρρευσαν για να ακούσουν δεκαπέντε σχήματα σε ένα ζεστό, φιλικό και απολύτως αστικό περιβάλλον.

Η ιδέα ανήκε στην τραγουδίστρια Φένια Παπαδόδημα και τον μπασίστα Γιώργο Παλαμιώτη, ζευγάρι αφοσιωμένων μουσικών που δεν φοβούνται την περιπέτεια: στην εμφάνισή τους, ξεδίπλωσαν ένα μουσικό αμάλγαμα ρυθμών και ήχων που συνδέει δημιουργικά τις παραδόσεις της Αφρικής και της Ευρώπης (και της τζαζ φυσικά). Καθώς το νέι τού (καλεσμένου του κουαρτέτου) Χάρη Λαμπράκη βρισκόταν σε διάλογο με το σάζι και το αφρικανικό ν’γκόνι (ένα είδος λαούτου και άρπας) που επιστράτευσε η τραγουδίστρια (μαζί με την ηχογραφημένη φωνή του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ), το κοινό απολάμβανε τη μουσική και το χαλαρό κλίμα: κάποιοι κάθονταν οκλαδόν στη μοκέτα, άλλοι προτιμούσαν το μικρό μπαρ που σέρβιρε παγωμένες μπίρες και κρασί, οι περισσότεροι περιφέρονταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, στήνοντας πηγαδάκια, αναζητώντας λίγη δροσιά στο μπαλκόνι. Αντίθετα με ό,τι συνήθως συμβαίνει στις τζαζ συναυλίες, οι περισσότεροι ήταν θεατές νεαρής ηλικίας, κάτι που δικαιολογεί απόλυτα την επιλογή των Next Step Quintet ως σχήματος που έκλεισε το τριήμερο: το πιο υποσχόμενο σχήμα της Αθήνας παρουσίασε ένα αφιέρωμα στη μουσική των Radiohead που αξίζει να δει κανείς με την πρώτη ευκαιρία. Ανάμεσα στο κοινό, πολλοί από τους μουσικούς επιβεβαίωναν το κλίμα συντροφικότητας που διαπνέει την τζαζ σκηνή – ή, έστω, το μέρος της που συμμετείχε στη διοργάνωση. Η τελευταία βραδιά είχε ξεκινήσει με τη μεστή, ψυχωμένη φωνή της Νάσιας Γκόφα, μιας από τις πιο «κλασικές» τζαζ τραγουδίστριες της Αθήνας, η οποία δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό της. «Είναι ωραίο να μαζευόμαστε και να παίζουμε, γιατί ξαφνικά οι χώροι που μπορούσαμε να κάνουμε κάτι εξαφανίζονται. Αγάπη χρειαζόμαστε και φιλοξενία». Αυτά τα δύο ήταν διάχυτα στον χώρο του λοφτ, φέρνοντας στο κέντρο της Αθήνας κάτι από τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70, τότε που η τζαζ σκηνή -και δη το πιο δημιουργικό, αβανγκάρντ κομμάτι της- έβρισκε τον ιδανικό βιότοπο στα λοφτ της πόλης και στις συμπράξεις με εικαστικούς καλλιτέχνες και περφόρμερ.

Αν τα λοφτ, ως αστικοί χώροι, έχουν συνδεθεί με την τζαζ και κάθε είδους καλλιτεχνική αναζήτηση, αυτό εν πολλοίς οφείλεται σε ένα συγκεκριμένο λοφτ που σημάδεψε την τζαζ, το οποίο βρισκόταν στην Εκτη Λεωφόρο, στον αριθμό 821, στην περιοχή που πηγαίνει κανείς για να αγοράσει λουλούδια σε τιμή χονδρικής. Εκεί αναζήτησε καταφύγιο ο φωτογράφος Γ. (Γουίλιαμ) Γιουτζίν Σμιθ, το 1957, όταν εγκατέλειψε την οικογένειά του και την καριέρα του ως φωτορεπόρτερ. Θεμελιωτής της πρακτικής του φωτογραφικού δοκιμίου, ο Σμιθ ήταν ένας από τους φωτογράφους που απεικόνισαν τη βία των πολεμικών επιχειρήσεων στον Ειρηνικό, κάτι που τον έκανε διάσημο (όσο και ο εκρηκτικός του χαρακτήρας). Η εγκατάστασή του στο λοφτ της Εκτης Λεωφόρου είναι μια από τις πιο συναρπαστικές τζαζ ιστορίες.

Ανάμεσα στους συνένοικους συγκαταλέγονταν μερικοί μουσικοί της τζαζ -με προεξάρχοντα τον ενορχηστρωτή Χαλ Οβερτον- κάτι που είχε κάνει τον χώρο κέντρο διερχομένων μουσικών που μαζεύονταν εκεί μετά το κλείσιμο των κλαμπ για να αυτοσχεδιάσουν. Ο εκκεντρικός Σμιθ απαθανάτισε φωτογραφικά τις συνευρέσεις μεγάλων καλλιτεχνών: Μπιλ Εβανς, Τσαρλς Μίνγκους, Ζουτ Σιμς, Ρόλαντ Κερκ, Σόνι Ρόλινς, Τσικ Κορία, Πολ Μπλέι, Ντον Τσέρι, Θελόνιους Μονκ (που έκανε εκεί τις πρόβες για τις περίφημες συναυλίες του στο Town Hall), αλλά και μορφές όπως οι Νόρμαν Μέιλερ και Σαλβαντόρ Νταλί, οι οποίοι συναγελάζονταν με τους μουσικούς, τους φοιτητές, τους μαστροπούς και τους εμπόρους μαριχουάνας, που συνέθεταν το μωσαϊκό των ανθρώπων που έδιναν ζωή στον χώρο. Επιπλέον όμως, σε μία από τις πιο ξεκάθαρες αποδείξεις της εκκεντρικότητάς του, ο ιδιοφυής φωτογράφος γέμισε το κτίριο μικρόφωνα, ηχογραφώντας τις γάτες του αλλά και διαλόγους, θορύβους του κτιρίου, τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα – και, φυσικά, τις αυθόρμητες συναυλίες. Από το 1957 μέχρι το 1965, κατέγραψε περισσότερες από 4 χιλιάδες ώρες ηχητικού υλικού, το οποίο μαζί με τις 40 χιλιάδες φωτογραφίες συνθέτουν έναν τεράστιο θησαυρό.

Σε τάξη ο θησαυρός

Ολο αυτό το υλικό βρίσκεται στα χέρια του Κέντρου Σπουδών Ντοκιμαντέρ του Πανεπιστημίου Ντιουκ, το οποίο, σε συνεργασία με το Κέντρο Δημιουργικής Φωτογραφίας του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, έχει αναλάβει το έργο της διαλογής, επεξεργασίας και αρχειοθέτησής του. Το «Jazz Loft Project» βρίσκεται σε εξέλιξη από το 1997, και μέχρι το 2009 είχαν αρχειοθετηθεί περίπου τα 2/3 του υλικού, φωτογραφικού και ηχητικού. Η ιστοσελίδα jazzloftproject.org προσφέρει πολλές πληροφορίες για την εξέλιξη αυτού του άθλου, τις εκθέσεις, τις εκδόσεις, αλλά και μέρος του υλικού που είναι διαθέσιμο προς ακρόαση για τους λάτρεις της τζαζ.