ΜΟΥΣΙΚΗ

Φρέσκες πινελιές στον καμβά της indie μουσικής

freskes-pinelies-ston-kamva-tis-indie-moysikis-2036547

Παραγωγική μουσικά χρονιά. Πολλές και αξιόλογες κυκλοφορίες. Και είναι και κάποιες φρέσκες, θηλυκού γένους δισκογραφικές δουλειές που γράφουν ευδιάκριτες πινελιές σε αυτόν τον συνεχώς μεταβαλλόμενο καμβά της ανεξάρτητης indie μουσικής σκηνής. Μια από αυτές τις «σειρήνες» είναι η Αμερικανίδα St Vincent. Προερχόμενη από μια ενδιαφέρουσα συνεργασία με τον David Byrn («Love this Giant», 2012, δίσκος που αξίζει ακρόασης), η κατά κόσμον γνωστή Annie Clark, κυκλοφορεί την τέταρτη προσωπική της δουλειά που την τιτλοφορεί με το επί σκηνής όνομά της: «St Vincent». Τραγούδια γεμάτα δυναμισμό και σπινθηροβόλες εκρήξεις που δείχνουν να εμπεριέχουν τις προσωπικές της ιδιορρυθμίες. Από τις πρώτες στιγμές ο δίσκος μπαίνει με γκάζι, πιάνει στροφές και νιώθεις τον ίλιγγο. Στο εναρκτήριο «Rattlesnake» η St Vincent κυνηγημένη και μόνη τρέχει να ξεφύγει από ένα δυστοπικό περιβάλλον -«Am I the only one in the only world? » αναρωτιέται κομπάζοντας- και στο δυναμικό «Birth in Reverse» μοιάζει να μην τη χωρά ο τόπος. Ο δίσκος κυλάει γρήγορα, ο ρυθμός του σε παρασύρει, στη διαδρομή συναντάς funk και RnB στοιχεία, και στον επίλογο, στο γαλήνιο «Several crossed fingers», σαν να υπάρχει ο David Bowie. Η St Vincent μοιάζει να απελευθερώνεται δημιουργικά, να δοκιμάζει και να αποκτά θάρρος και να βρίσκει τον εαυτό της σε ένα φουτουριστικό, ψηφιακό τοπίο.

Εναλλαγές

Από την άλλη, η επίσης Αμερικανίδα Angel Olsen, που εντοπίστηκε όταν έκανε τα φωνητικά για τον διάσημο της νέο-φολκ δημιουργό Bonnie Prince Billy, μετά το κατά κύριο λόγο ακουστικό ντεμπούτο της «Halfway home» (2012), επιστρέφει με τη δεύτερη δουλειά της με τίτλο «Burn your fire for no witness» όπου οι κιθάρες της έγιναν πιο ηλεκτρικές και η γλυκιά φωνή σπαράζει τον καημό της. Στο κομμάτι «high-five» τραγουδά: «I feel so lonesome, I could cry», μια παραπομπή στη μούσα της, τον θρύλο της φολκ Hank Williams, και στο κομμάτι του «I’m so lonesome I could cry», όμως η μοναξιά στην περίπτωση της Olsen μοιάζει να γεμίζει την ατμόσφαιρα, να μετατρέπεται σε πάρτι, σ’ ένα δυνατό κάλεσμα: «Are you giving me your heart? Are you lonely too? ». Με κάτι από Leonard Cohen και κάμποσο από Cat Power, η Olsen, μοναχικό, γλυκό κορίτσι που τραγουδά τις ανησυχίες της, κεντρίζει με τον μελιστάλαχτο τρόπο της. Λιτές ενορχηστρώσεις, στο προσκήνιο μια ζεστή χροιά, και ο δίσκος εναλλάσσεται από τη σκληρή μελαγχολία του «Enemy», στην ανεμελιά του «Forgiven/Forgotten» – «All is forgotten, I’ve made up my mind, I don’t know anything, but I love you».

Γλυκόπικρες στιγμές

Και ακόμη η Likke Li, το όμορφο κορίτσι από τη Σουηδία, τρία χρόνια μετά «Wounded rhymes» και το «I follow rivers», κομμάτι που ρεμιξαρισμένο από τον The Magician έγινε το soundtrack εκείνου του καλοκαιριού, επιστρέφει με τον νέο δίσκο «I never learn». Εχοντας μετακομίσει πλέον στο Λος Αντζελες, αφήνει πίσω της την εποχή της αθωότητας και κεφάτα τραγούδια όπως το «Little bit», και με πληγωμένη καρδιά ενορχηστρώνει ένα δίσκο ξέχειλο από γλυκόπικρες στιγμές. Και μόνο οι τίτλοι τραγουδιών όπως «Love me like I’m not made of stone», «Heart of stone» και «Sleeping alone» δεν αφήνουν αμφιβολία για το πνεύμα του δίσκου. Η Likke Li, στα μόλις τριάντα λεπτά της μουσικής, παρουσιάζεται εσωστρεφής, σκοτεινή και άμεση. Υφαίνει κομψά δραματικές μελωδίες και περιπλέκει στίχους που θέλουν να προσεγγίσουν τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων και τον πόνο του χωρισμού με ρεαλισμό και κυνισμό: «There’ll be no rest for the wicked, there’s no song for the choir, there’s no hope for the weary, if you let the win without a fight». Ακόμη και αυτές οι αναπόφευκτες συναισθηματικές κοινοτοπίες των πληγωμένων ψυχών του τύπου «Never gonna love again», δεν ενοχλούν με τον τρόπο που ακούγονται. Κάθε άλλο.