ΜΟΥΣΙΚΗ

«Ο χρόνος σου δίνει πάντα κάτι καινούργιο»

o-chronos-soy-dinei-panta-kati-kainoyrgio-2042574

«Πώς περνάει ο καιρός…» λέει και ξαναλέει η Αλέκα Κανελλίδου καθισμένη στο καφέ ενός ξενοδοχείου στο Μάτι, παρακολουθώντας τα παιδιά που τσαλαβουτάνε στην πισίνα, λίγα μέτρα πιο πέρα. «Σαν να βλέπω τον γιο μου, μικρό» λέει νοσταλγικά. Ετσι ήρθαμε ένα καλοκαίρι πριν από χρόνια και τελικά ρίζωσα στη Ραφήνα, πάνω από το Κόκκινο Λιμανάκι».

Κομψή με μια καλοκαιρινή μπαντάνα στα μαλλιά και γυαλιά – καθρέφτες που κρύβουν τα μεγάλα, μελαγχολικά της μάτια, απολαμβάνει το τσιγάρο και μιλάει για τις τρεις συναυλίες που ετοιμάζει στις 14 του μηνός στο Δημοτικό Θέατρο Ηλιούπολης, στο Θέατρο Δόρας Στράτου στου Φιλοπάππου (16/9) και στο Κηποθέατρο Παπάγου (19/9), για τη συνήθειά της να έρχεται και να φεύγει, για τα κέντρα, το τραγούδι, την τζαζ, την εγγονή της την Αλεξάνδρα.

«Συναυλίες σε ανοιχτό χώρο έχω κάνει ελάχιστες στην καριέρα μου. Τον χειμώνα τραγουδούσα στα κέντρα και το Πάσχα λίγες ημέρες στη Θεσσαλονίκη, αυτό ήταν. Οπως είπε ένας φίλος, ήμουν «λουλούδι εσωτερικού χώρου».

Δεν ακολουθούσε ποτέ το ρεύμα της εποχής. «Με το σύστημα γενικά δεν τα πήγαινα και τέλεια. Δεν ήμουν απέναντί του, αλλά ούτε κολλητή του. Είχα φτιάξει έτσι τα πράγματα, ώστε σε ένα βαθμό έκανα αυτό που ήθελα. Τραγουδούσα τους χειμώνες – τότε επτά ημέρες την εβδομάδα επί επτά μήνες. Το καλοκαίρι ήταν για την οικογένειά μου και τον εαυτό μου».

Ακόμη και τώρα, όταν επιστρέφει για λίγες εμφανίσεις όπως οι επτά τζαζ βραδιές πέρυσι στο Half Note (όπου θα τη δούμε και φέτος), είναι περισσότερο γιατί οι άλλοι την ξεσηκώνουν. «Σ’ αυτό τον χώρο ερχόμουν από παλιά για να ακούσω φωνές. Βλέπετε, δεν πήγαινα σε μπουζούκια, ούτε σε μπαρ, γιατί δεν πίνω».

Τώρα, θα την ακούσουμε σε τραγούδια που της έγραψαν οι Νινή Ζαχά, Γιώργος Χατζηνάσιος, Μάριος Τόκας, Αλέξης Παπαδημητρίου, Σπύρος Βλασσόπουλος, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, αλλά και σε συνθέσεις των Χατζιδάκι και Θεοδωράκη καθώς και κάποια ξενόγλωσσα σαν το «Killing Me Softly». Ολα μέσα από τις ενορχηστρώσεις του Θόδωρου Κοτεπάνου. Ενα ατμοσφαιρικό, όπως λέει, πρόγραμμα: «Μην περιμένει κανείς να ξεσαλώσει».

«Οι Ελληνες κατά βάση θέλουν να βγουν έξω να τα σπάσουν όταν διασκεδάζουν. Μαθαίνοντας καμιά φορά τις καινούργιες συνήθειες νιώθω εξωγήινη. Στη διασκέδαση σήμερα υπάρχει βία. Παλιά είχαμε τα πιάτα. Θυμάμαι μετά το “Ασε με να φύγω” και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1974 τραγούδησα κάπου στην παραλία με τον Γιάννη Πάριο, τη Δούκισσα, τον Στράτο Διονυσίου. Κάποια στιγμή ρώτησα τη Δούκισσα “γιατί φοράς μπότες;”. Μου είπε ότι τα πόδια της ήταν χαραγμένα από τα πιάτα. Αλλά και τα λουλούδια είναι επικίνδυνα. Ειδικά τώρα υπάρχει μια επιθετικότητα. Το νέο είδος διασκέδασης είναι “πάμε να σκοτωθούμε”».

Σιωπηλή αγάπη

Το ενδιαφέρον του κόσμου για την τζαζ το θεωρεί πολύ φυσικό. «Είναι μια σιωπηλή αγάπη. Το κοινό που την αγαπάει είναι ένας κόσμος που δεν είναι θορυβώδης».

Σε όλη της την καριέρα, λέει πως «πάντα με ανακάλυπταν». Μήπως φταίει το απόμακρο ύφος; «Ντροπαλή» λένε όσοι την γνωρίζουν από παλιά. «Επειδή ήμουν χαμηλών τόνων πάντα κρυβόμουν, πορευόμουν μόνη, δεν είχα και κανένα σύστημα να με σπρώχνει».

Η Αλέκα Κανελλίδου, η γοητευτική ξανθιά της δεκαετίας του ’70 που τραγουδούσε με πάθος στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης «Ασε με να φύγω, σε παρακαλώ», όταν η πλειονότητα προτιμούσε τα γήπεδα και τη φόρτιση της μεταπολίτευσης, σε όλη της την καριέρα τραγουδούσε τον έρωτα, τη μοναξιά, το συναίσθημα. Αλλά, αντίθετα με άλλες ερμηνεύτριες του καιρού της, το δικό της πάθος δεν είχε τον φωναχτό τρόπο του λαϊκού. «Οι στιχουργοί που έγραφαν για μένα είχαν μια συγκεκριμένη εικόνα. Ακούγοντας πολλά απ’ αυτά τα τραγούδια σήμερα, νιώθω ότι το ερωτικό πάθος δεν ήταν παραδομένο. Η αγάπη σαφώς είναι παράδοση άνευ όρων, αλλά αν σου συμβεί να ποδοπατηθείς καλό είναι να σε βρει στο σπίτι σου, όχι στον δρόμο».

Πάντα έμοιαζε πολύ κυρία για συναισθηματικές παρεκτροπές. Ομως, αναρωτιέσαι, δεν θρήνησε ποτέ αγάπες; «Ερωτευόμουν, και πολύ μάλιστα. Ημουν όμως και ευαίσθητη. Ενιωθα ότι, αν σε δουν να ποδοπατιέσαι, θα σε πατήσουν κι άλλο».
Γεννήθηκε σε ένα σπίτι στην Πλάκα όπου η μουσική ήταν καθημερινότητα. «Ο πατέρας ήταν βιολιστής, έπαιζε υπέροχα τα τσιγγάνικα κομμάτια και είχε δική του ορχήστρα. Η μαμά ήταν καλλίφωνη. Κι εγώ γενικά λίγο τεμπέλα. “Ντροπή σου”, έλεγε ο μπαμπάς, “ξέρεις να τραγουδάς καλά και δεν μπορείς να μάθεις ένα μουσικό όργανο;”».

Ο νους της όμως έτρεχε στον Γκέρσουιν, τον Κόουλ Πόρτερ, τις ραγισμένες φωνές. Λάτρευε την Μπίλι Χόλιντεϊ, τη Νάνσι Γουίλσον και την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, ενώ μιλάει με πάθος για την Εϊμι Γουάινχαουζ και την Αντέλ. «Είναι ένας τρόπος έκφρασης το ράγισμα, που πρώτα βγαίνει αυτό και έπειτα η φωνή».

Η Σακίρα, η Ριάνα, η Μάιλι Σάιρους, όλες αυτές που παίζουν με τη σέξι εικόνα, την αφήνουν παντελώς αδιάφορη. Ειδικά η Μπιγιονσέ. «Λευκός καρχαρίας», έτσι την περιγράφει. «Εβγαλε το παιδί και τον άντρα της στα βραβεία του MTV στη σκηνή, και – τι έπαρση: “Είναι η μεγαλύτερη εν ζωή τραγουδίστρια” αποφάνθηκε εκείνος με στόμφο. Δεν μου λένε τίποτε όλες αυτές που η καριέρα τους στηρίζεται στο γδύσιμο και τους κοιλιακούς. Κάποτε τις έλεγαν τραγουδίστριες του κεφιού. Βέβαια, κι αυτό είναι μέρος της διασκέδασης. Ωστόσο από το 2000 και έπειτα σχεδόν καθιερώθηκε το είδος της κορμάρας κι ας είναι άφωνη. Χώρος πρέπει να υπάρχει για όλα, αλλά στις σωστές αναλογίες».

Το ίδιο μοντέλο

Πιστεύει πως ακόμη και σήμερα ζητάμε την επανάληψη του ίδιου μοντέλου χωρίς να δίνουμε ευκαιρία στο διαφορετικό. «Νομίζω πως μόνο από την κρατική τηλεόραση μπορούν να βγουν καλές φωνές. Δεν θα ξεχάσω όταν πριν από δέκα χρόνια είδα στην οθόνη ένα ξανθό κορίτσι που τραγουδούσε πολύ καλά. Ηταν η Νατάσα Μποφίλιου».

Η ίδια, μαθήτρια του Γυμνασίου ηχογράφησε σε 45 στροφές τραγούδια του Γιάννη Σπάρτακου που ήταν φίλος του πατέρα της, τραγούδησε Βαγγέλη Παπαθανασίου, δάνεισε τη φωνή της στη Ζωή Λάσκαρη και το Craizy girl που αγαπήσαμε από τον ελληνικό κινηματογράφο. «Ούτε που έγραψαν το όνομά μου στην ταινία». Εχει τραγουδήσει όμως και μπαλάντες σε στίχους και μουσική της Λιάνας Κανέλλη με παραγωγό τον Τέρενς Κουίκ, την ίδια περίοδο που έγινε επιτυχία το «Ασε με να φύγω» των Γιώργου Μανίκα και Νίκου Ελληναίου. Επίσης κομμάτια των Γιάννη Σπανού, Γιώργου Κατσαρού, Σπύρου Βλασσόπουλου (σε ποίηση της Σαπφούς), Μάριου Τόκα κ.ά.

Μεγαλώνοντας, την κερδίζουν τραγούδια που δεν πρόσεχε. «Είναι φορές που φοβάμαι τον εαυτό μου/ χωρίς κι εγώ να ξέρω αλήθεια το γιατί…» αρχίζει να τραγουδάει και είναι φανερό πως το χαίρεται. Είναι από τα καλύτερα που της έγραψε η Νινή Ζαχά. «Δεν έψαχνα τραγούδια, δεν ήμουν κυνηγός. Εκείνη έψαξε και με βρήκε μέσα από τον Μάτσα κι άρχισε να μου γράφει. Της χρωστάω πολλά. Οι γυναίκες δεν κάνουμε εύκολα φιλίες, είμαστε ανταγωνιστικές, λίγο ζηλιάρες, αλλά αν τακιμιάσουμε τα δίνουμε όλα. Εμένα η μόνη που βρέθηκε ήταν η Νινή. Απίστευτη προσωπικότητα με τρομερά βιώματα». Μαμά ή φίλη; ρωτάω. «Ηταν η αδερφή που δεν είχα. Μέσα σε δυο χρόνια χάθηκαν δυο σπουδαίοι φίλοι μου, η Ζαχά και ο Μάρκος Αλεξίου».

Η στιγμή που κουράζεις και κουράζεσαι

Ο ήχος του κινητού της διακόπτει τη συζήτηση: «Παιδί μου! Τι έγινε;» καλημερίζει με λαχτάρα τον γιο της, που προτίμησε τις επιχειρήσεις από τη μουσική. «θα σε ξεματιάσω» προτείνει γελώντας, έχοντας το αντίδοτο στον πονοκέφαλο.

Τον χειμώνα θα την δούμε για λίγες ημέρες στο Half Νote. Για τη δισκογραφία δεν καίγεται, ούτε για συχνή παρουσία σε σκηνές. «Ερχεται η στιγμή που κουράζεις και κουράζεσαι. Τότε γυρνάς στον εαυτό σου και λες: “για κόφτο λιγάκι”». Τι έκανε έπειτα; «Ημουν μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες. Εκανα όμως όσα δεν απολάμβανα πριν. Ταξίδεψα πολύ και πάνω απ’ όλα, ήμουν πιο κοντά στον γιο μου».

Ο χρόνος δεν μοιάζει βαρύς επάνω της, και ας βρίσκεται στο κατώφλι των 70. «Ο χρόνος σού δίνει πάντα κάτι καινούργιο, κυρίως άλλα μάτια για να δεις πράγματα» λέει αισιόδοξα σαν κατευθυνόμαστε στην έξοδο, ενώ ο σερβιτόρος με σεβασμό της λέει διακριτικά: «Είστε θεά!».