ΜΟΥΣΙΚΗ

Ανιση Κρατική στον Πειραιά

anisi-kratiki-ston-peiraia-2046784

Στις 18 Σεπτεμβρίου η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών εμφανίστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στο πλαίσιο του «Συμφωνικού Σεπτέμβρη» του Διεθνούς Φεστιβάλ «Συμφωνία» Πειραιά και Νήσων Αργοσαρωνικού. Στην ουσία επρόκειτο για «αβάν πρεμιέρ» του συνόλου, καθώς η συναυλία προηγήθηκε μία εβδομάδα από την ανακοίνωση του προγράμματος της νέας καλλιτεχνικής περιόδου.

Συνολικά η βραδιά υπήρξε αμήχανη σε όλα τα επίπεδα, από τον προγραμματισμό έως τις ερμηνείες. Το πρόγραμμα περιλάμβανε τέσσερα έργα που ταίριαζαν ελάχιστα μεταξύ τους: τη λυρική εισαγωγή «Οι Εβρίδες» του Μέντελσον, τον παιχνιδιάρικο, λατινοαμερικανικό «Σκαραμούς» του Μιγιό, το Κοντσέρτο για δύο κιθάρες του Καστελνουόβο-Τεντέσκο με αναφορές στην ιταλική παραδοσιακή μουσική και τη γεμάτη παράφορο πάθος, ρομαντική εισαγωγή-φαντασία «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Τσαϊκόφσκι. Οι τελείως διαφορετικές απαιτήσεις κάθε σύνθεσης είχαν ανάγκη από ξεχωριστή αντιμετώπιση, προκειμένου το αποτέλεσμα να είναι στοιχειωδώς πειστικό.

Αυτό δεν συνέβη, καθώς ο Ολλανδός αρχιμουσικός Βίλεμ ντε Μπόρντες φάνηκε να ενδιαφέρεται ελάχιστα για την αισθητική κάθε έργου. Δύσκολα μπορεί να μιλήσει κανείς για κάτι περισσότερο από αξιοπρεπείς αναγνώσεις. Η επιτυχία της σύνθεσης του Καστελνουόβο-Τεντέσκο στηρίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά στους καλούς σολίστες, τους Στέλιο Γκόλγκαρη και Βασίλη Μαστοράκη: Οι κιθάρες τους, με ηλεκτρικά ενισχυμένο ήχο προκειμένου να ισορροπήσουν με την ένταση της ορχήστρας, απέδωσαν τη μουσική συντονισμένα, με λυρισμό και την απαραίτητη δεξιοτεχνία. Στο έργο του Μιγιό, παρά τις ικανότητές του, ο καλός σαξοφωνίστας Κλεμάν Ιμπέρ δεν μπόρεσε να εμπνεύσει την ορχήστρα και να την παρασύρει στους λικνιστικούς ρυθμούς της τελικής σάμπας, καθώς από τον Ολλανδό αρχιμουσικό έλειπε κέφι και παλμός. Ετσι, πέρασε απαρατήρητο ένα έργο, που με τη διάθεσή του θα μπορούσε εύκολα να προκαλέσει ενθουσιασμό στο κοινό.

Στις δύο συνθέσεις του 19ου αιώνα οι ερμηνείες υπήρξαν ελαφρώς καλύτερες, καθώς η ορχήστρα είναι περισσότερο εξοικειωμένη με το συγκεκριμένο ιδίωμα. Παρ’ όλα αυτά, και οι ατμοσφαιρικές «Εβρίδες» ακούστηκαν αδιάφορα, χωρίς αποχρώσεις. Η ευαίσθητη γραφή του Μέντελσον έχει ανάγκη από λεπτότητα, προκειμένου να αναδειχτούν η χαρακτηριστική της ευγένεια και η ένταση των συναισθημάτων που κρύβει. Μόνο η μουσική του Τσαϊκόφσκι διασώθηκε, καθώς η αμεσότητα με την οποία εκφράζει έντονα συναισθήματα, κατόρθωσε να παρασύρει τον κατά τα άλλα υποτονικό αρχιμουσικό.