ΜΟΥΣΙΚΗ

Αδιάφορος Εμάρ σε χλιαρή συναυλία

adiaforos-emar-se-chliari-synaylia-2063492

Αλλοτε η εμφάνιση ενός αστέρα πρώτου μεγέθους, όπως ο Πιερ Λοράν Εμάρ, θα αποτελούσε αφορμή για σημαντική δημοσιότητα και θα δημιουργούσε αδιαχώρητο στην αίθουσα στην οποία θα εμφανιζόταν. Τίποτε από τα δύο δεν συνέβη με αφορμή τη συνεργασία του Γάλλου πιανίστα με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στις 10 Δεκεμβρίου, στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη».

Η συγκεκριμένη συναυλία, υπό τη διεύθυνση του Στέφανου Τσιαλή, καλλιτεχνικού διευθυντή της ορχήστρας, ξεκίνησε με ένα ιδιαίτερα δημοφιλές έργο, το συμφωνικό ποίημα «Μολδάβας» του Σμέτανα. Δόθηκε με καλλιεργημένο ήχο αλλά αδιάφορα, δίχως το ξεχωριστό «σλαβικό» χρώμα της μουσικής ή ακόμα και τον παλμό που προϋποθέτει η εξέλιξη της μουσικής, καθώς περιγράφει τη ροή του εμβληματικού ποταμού της Βοημίας.

Ακολούθησε το Κοντσέρτο για πιάνο του Ντβόρζακ, ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του συνθέτη. Ο Εμάρ έχει ερμηνεύσει το έργο αρκετές φορές και το έχει ηχογραφήσει με επιτυχία. Ωστόσο, τα χαρίσματά του αξιοποιούνται με ιδανικό τρόπο σε διαφορετικό ρεπερτόριο, όπως φάνηκε στη συνέχεια, όταν απέδωσε εκτός προγράμματος το πρώτο Πρελούδιο σε ντο μείζονα (BWV 846) από το πρώτο βιβλίο του «Καλά συγκερασμένου κλειδοκύμβαλου» του Μπαχ: έξοχα δεμένες φράσεις, εσωτερικότητα, ποίηση.

Σε κάθε περίπτωση, η καθαρότητα και η ακρίβεια του παιξίματός του ταίριαξαν ιδιαίτερα στα ζωηρά μέρη του Κοντσέρτου του Ντβόρζακ, όπου η σπινθηροβόλα λαμπρότητα ανήκει στα ζητούμενα.

Η βραδιά ολοκληρώθηκε με ένα ακόμα σπάνια παιζόμενο έργο, τη νεανική πρώτη Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι. Ο συνθέτης άρχισε να τη γράφει το 1866 σε ηλικία 26 ετών και την αναθεώρησε το 1874 με αφορμή την έκδοσή της. Αρκετά είναι τα σημεία στα οποία αναγνωρίζει κανείς όσα χαρακτηρίζουν τη γραφή του Τσαϊκόφσκι στην ωριμότητά της, όπως, ενδεικτικά, η μελωδία στο όμποε κατά το αργό β΄ μέρος, η οποία αποδόθηκε θαυμάσια από τον Δημήτρη Βάμβα.

Συνολικά, η ορχήστρα υπό τον Τσιαλή απέδωσε το έργο συντονισμένα, με ωραίο, ομοιογενή ήχο τόσο στα νοσταλγικά βαλς του τρίτου μέρους όσο και στο πιο ενδιαφέρον, γεμάτο εναλλαγές, τελευταίο. Ωστόσο, λυρικές σελίδες και εντάσεις αποδόθηκαν μάλλον κόσμια και με «ευπρέπεια», παρά με στόχο την ανάδειξη του έντονα δραματικού στοιχείου, που χαρακτηρίζει τη μουσική του Τσαϊκόφσκι.