ΜΟΥΣΙΚΗ

Η ανατριχίλα της βαγκνερικής όπερας

i-anatrichila-tis-vagknerikis-operas-2065759

«​Η πιο ερωτική μουσική που είχε ποτέ γραφτεί». Με αυτόν τον τρόπο περιέγραψε ένας κριτικός τον «Τριστάνο και Ιζόλδη» του Ρίχαρντ Βάγκνερ, που φέτος συμπληρώνει 150 χρόνια από την πρώτη παρουσίαση. Το έργο προκαλεί διχογνωμίες. Πολλοί από τους κριτικούς του 19ου αιώνα δεν το είχαν σε μεγάλη υπόληψη. Μερικοί ήταν ακόμη και σαρκαστικοί. Αλλά είχε μια τεράστια επίδραση, εισάγοντας την τάση προς την ατονικότητα που βρήκε την πιο ακραία έκφραση στο έργο συνθετών όπως ο Αρνολντ Σένμπεργκ. Σήμερα είναι η πιο διάσημη όπερα του πιο διάσημου συνθέτη όπερας της Γερμανίας. Γιατί τότε όλη αυτή η ένταση;

Η όπερα παρακολουθεί την ιστορία δύο εραστών, του Τριστάνου και της Ιζόλδης, που ερωτεύονται με πάθος ο ένας τον άλλον έχοντας πιει ένα ελιξίριο. Την πλοκή εύκολα την ξεχνάει κανείς. Τη μουσική, όχι. Η μαγεία αρχίζει με το πρελούδιο, μια δεκάλεπτη μουσική εισαγωγή που ορίζει τη δομή του υπόλοιπου έργου. Η αρχική συγχορδία, γνωστή στους μουσόφιλους ως «η συγχορδία (το ακόρντο) του Τριστάνου», σόκαρε τους ακροατές του 19ου αιώνα.

Να σιγοτραγουδήσεις αυτήν την όπερα δεν είναι απλή υπόθεση. Η μουσική ήταν τόσο ασυνήθιστη ώστε, αρχικά, οι μουσικοί αγωνίζονταν για να την εκτελέσουν, λέει ο Λόρενς Ντρέιφους του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η πρώτη παρουσίαση επρόκειτο να γίνει στη Βιέννη το 1862. Αλλά έπειτα από 70 δοκιμές, η παραγωγή ακυρώθηκε. Οι τραγουδιστές δεν μπορούσαν να συντονιστούν και η ορχήστρα αγκομαχούσε να συγχρονιστεί. Ηταν μόνο το 1865, με την πρεμιέρα στο Μόναχο, που οι μουσικοί κατόρθωσαν να πιάσουν τον Βάγκνερ και τον «Τριστάνο». Οι κριτικοί ήταν πιο δύσπιστοι: το τραγούδι δεν ήταν «τίποτε άλλο από ουρλιαχτά και αγκομαχητά», εξεμάνη ένας από αυτούς, ενώ η ορχήστρα επιδόθηκε σε «εξωφρενικές κακοφωνίες».

Για ποιον λόγο ο Βάγκνερ επέλεξε ένα τόσο ασυνήθιστο ύφος; Είχε επηρεαστεί από μία νέα κοσμοθεωρία. Ανακάλυψε το έργο του Γερμανού φιλόσοφου Αρθούρου Σοπενχάουερ, το 1854. Ο Σοπενχάουερ πρέσβευε ότι οι άνθρωποι καθοδηγούνται από ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που θέλουν και σε αυτό που μπορούν προκαλεί απόγνωση. Ο Βάγκνερ εμπνεύστηκε από αυτήν την απαισιοδοξία. Για έναν άνδρα επιρρεπή σε φευγαλέες ρομαντικές σχέσεις, ο έρωτας παρέμενε πάντα ανικανοποίητος. Ετσι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει προσωρινά τη δουλειά του πάνω στον κύκλο του «Δαχτυλιδιού», όπου η μουσική στην ουσία συμπληρώνει την πλοκή, και να καταπιαστεί με τον «Τριστάνο», όπου η μουσική είναι το κύριο θέμα.

Ο «Τριστάνος» μιλάει για το ανικανοποίητο. Ο έρωτας ανάμεσα στον Τριστάνο και στην Ιζόλδη είναι τόσο παθιασμένος που δεν μπορεί να ξετυλιχθεί στον πραγματικό κόσμο. Η μόνη επιλογή τους είναι να πεθάνουν μαζί. Για να αναπαραστήσει τον πόνο της ανεκπλήρωτης επιθυμίας, ο Βάγκνερ έπρεπε να αγνοήσει τη συμβατική αρμονία. Δεν μπορούσε επίσης να προσφέρει στο κοινό εύπεπτα κομμάτια μουσικής. Ηθελε να τους κάνει να υποφέρουν, τελώντας σε σύγχυση όσο και οι πρωταγωνιστές.

Μία από τις πιο διάσημες σκηνές, στη δεύτερη πράξη, είναι μια θυελλώδης συνάντηση ανάμεσα στους δύο εραστές που βίαια διαλύεται λίγο πριν από την κλιμάκωσή της. Επειτα από παραπάνω από δύο ώρες μουσικού δράματος, αυτή η βίαιη «διακοπή συνουσίας» είναι σχεδόν ανυπόφορη. Δύο διευθυντές ορχήστρας πέθαναν καθώς διηύθυναν τη δεύτερη πράξη.

Οι παραδοσιακές βαγκνερικές παραγωγές τείνουν να είναι ανόητες παραστάσεις, με πολλά σπαθιά, χιτώνες και κερασφόρες περικεφαλαίες. Μία από τις πιο πρόσφατες παραγωγές του «Τριστάνου», που σκηνοθέτησε ο Christof Loy στη Βασιλική Οπερα του Λονδίνου, ήταν λιγότερο φανφαρόνικη. Το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής διαδραματίστηκε σε μια γωνιά της σκηνής, μία καρέκλα μερικές φορές ήταν η μόνο παρέμβαση. Το σπαρτιάτικο σκηνικό δεν προκάλεσε ούτε την ελάχιστη αποσυμπίεση.

Ευτυχώς, ο Βάγκνερ ανταμείβει το κοινό στο τέλος της τρίτης πράξης. Αφού πεθάνει ο Τριστάνος, η Ιζόλδη αρχίζει ένα μακρόσυρτο σόλο που οδηγεί στον επίλογο της όπερας. Πέντε ώρες μετά το πρώτο ακόρντο του Τριστάνου, μια ήρεμη, μακροσκελής και ολωσδιόλου απρόσμενη συγχορδία προσφέρει μια εξαίσια εκτόνωση. Ηταν, είπε ο Φρίντριχ Νίτσε, «μια ανατριχιαστική και μακάρια αίσθηση απείρου». Η ορχήστρα σταδιακά σβήνει και η Ιζόλδη, επίσης, αφήνει την τελευταία της πνοή.