ΜΟΥΣΙΚΗ

Απολαυστικές συναυλίες μουσικής δωματίου

apolaystikes-synaylies-moysikis-domatioy-2086365

Το Artis Piano Trio είναι ένα από τα λίγα ελληνικά σύνολα μουσικής δωματίου που έχει αντέξει στον χρόνο. Ιδρύθηκε το 2002 και συνεχίζει τη δραστηριότητά του μέχρι σήμερα. Η πιο πρόσφατη εμφάνισή του πραγματοποιήθηκε στις 20 Απριλίου στην αίθουσα «Δημήτρη Μητρόπουλου», όπου παρουσίασε έργα Βοημών συνθετών και εμφανίστηκε ανανεωμένο, καθώς πλάι στον βιολονίστα Γιάννο Μαργαζιώτη και την πιανίστρια Αννη Τότσιου, ακούστηκε για πρώτη φορά το νέο μέλος του, ο τσελίστας Νικόλας Πρεβεζιάνος.

Το πρώτο μέρος της βραδιάς περιλάμβανε το συναισθηματικά ιδιαίτερα φορτισμένο Τρίο για πιάνο έργο 15 του Μπέντριχ Σμέτανα. Αποδόθηκε με πάθος, στοιχείο το οποίο όμως δεν εμπόδισε τους ερμηνευτές να αναδείξουν την κομψότητα του ζωηρού δεύτερου μέρους, κυρίως μέσα από τον μουσικότατο σχηματισμό των φράσεων, την άριστη άρθρωση κάθε επί μέρους υποενότητας και των επιτυχημένων τονισμών, όπου υπήρχε ανάγκη. Το θυελλώδες τελικό μέρος δόθηκε με νεύρο και ένταση, χωρίς ο ήχος να χάσει τη διαύγειά του.

Εργο ωριμότητας, το Τρίο έργο 90 του Ντβόρζακ απέσπασε από το Artis ακόμα μια καλή ερμηνεία. Ας υπογραμμιστεί η συμβολή του νεαρού Πρεβεζιάνου πλάι στους πολύ πιο έμπειρους συναδέλφους του. Οχι μόνο επειδή διέθετε ωραίο και καλά ελεγχόμενο ήχο, αλλά κυρίως για τη μουσικότητα με την οποία απέδωσε όσα του αναλογούσαν, ιδιαίτερα δε στο τρίτο μέρος του έργου. Η συνεργασία του με τον εκφραστικό, παλλόμενο, θερμό ήχο του Μαργαζιώτη και την Τότσιου, η οποία προσέφερε το απαραίτητο μουσικό θεμέλιο στα έγχορδα, συνεισφέροντας εξίσου αποφασιστικά στον προσδιορισμό του στυλ, είχε ως αποτέλεσμα μία ερμηνεία, που δίκαια ενθουσίασε το ακροατήριο.

Ανατέλλοντα αστέρια

Μία εβδομάδα αργότερα στην αίθουσα «Μητρόπουλου» εμφανιζόταν το νεανικό Κουαρτέτο Ardeo, την ίδια ώρα που στη μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής οι ιθύνοντες είχαν προσκαλέσει για τρίτη φορά σε πέντε χρόνια τον πολιτογραφημένο Αυστριακό βιολιστή Γιούλιαν Ράχλιν, σίγουρα όχι τον συναρπαστικότερο των μουσικών. Η συναυλία του Ardeo στις 27 Απριλίου δόθηκε στο πλαίσιο της σειράς «Ανατέλλοντα αστέρια», η οποία σε ανύποπτο χρόνο έχει φέρει στην Αθήνα καλλιτέχνες όπως η μεσόφωνος Μαγκταλένα Κόζενα και ο βιολιστής Ρενό Καπισόν. Αργότερα, όταν οι ίδιοι μουσικοί αναδείχτηκαν σε αστέρες του χώρου, δεν προσκλήθηκαν ποτέ ξανά από το Μέγαρο.

Το Ardeo, αποτελούμενο από τέσσερις θαυμάσιες μουσικούς, αποδείχτηκε έξοχο και στα δύο έργα του προγράμματός του, δηλαδή στο πρώτο Κουαρτέτο του Μπάρτοκ όσο και στο Κουαρτέτο «Ο θάνατος και η κόρη» του Σούμπερτ. Η Καρόλ Πετιμάν (βιολί), η Μι-Σα Γιανγκ (βιολί), η Νορίκο Ινόουε (βιόλα) και η Ζοέλ Μαρτίνεθ (τσέλο) δεν διέθεταν μόνο γεμάτο και ωραίο ήχο, αλλά επίσης τεχνική σιγουριά και αίσθηση του ύφους της μουσικής. Επιπλέον, ο συντονισμός τους ήταν τόσο άρτια δουλεμένος, ώστε να έχει κανείς συχνά την αίσθηση ότι ακούει ένα όργανο.

Από τα πρώτα μουσικά μέτρα του Μπάρτοκ φάνηκε η ταυτότητα της ερμηνείας: υπήρξε έντονα συναισθηματική, γεμάτη πάθος και με σαφώς ρομαντικές καταβολές, όμως χωρίς αυτή η διάσταση να αντιστρατεύεται τον μοντερνισμό της μουσικής. Αντίθετα, συνεισέφερε στην απουσία της παραμικρής οξύτητας, ακόμα και στις ψηλότερες νότες του βιολιού, ακόμα και όταν ο διάλογος των τεσσάρων ήταν έντονος και δραματικός.

Πίσω από τη μεγάλη φυσικότητα που διέθετε η ερμηνεία, ήταν ολοφάνερη η φροντίδα για την κάθε φράση, τις αποχρώσεις και τις διαβαθμίσεις της δυναμικής, που χάρισαν παλμό στη μουσική.

Προφανώς αυτή η προσέγγιση ταίριαζε ακόμα περισσότερο στον Σούμπερτ. Στο δικό του έργο είχε κανείς την ευκαιρία να απολαύσει την Πετιμάν ως πρώτο βιολί σε φράσεις μοναδικής λεπτότητας, ευγένειας και κομψότητας, ειδικά στις παραλλαγές του δεύτερου μέρους του έργου. Η τελική ταραντέλα δόθηκε με σβελτάδα και εντυπωσιακή ακρίβεια, με διατυπώσεις νευρώδεις, οι οποίες στο τέλος άγγιξαν τα όρια του πυρετώδους, οδηγώντας το έργο στην ταραγμένη, τραγική κατάληξή του. Απίστευτη ερμηνεία για τόσο νεαρές μουσικούς.

Ευχάριστη έκπληξη

Στο ελληνικό περιβάλλον, συνολικά εχθρικό προς την κλασική μουσική, μία βραδιά μουσικής δωματίου από νέους Ελληνες μουσικούς αποτελεί πάντοτε ευχάριστη έκπληξη. Η συναυλία που δόθηκε στις 24 Μαΐου στο beton γνώρισε στο κοινό τρεις νέους μουσικούς, με διάθεση και δυνατότητες σε ένα είδος που εκτός από τεχνική και δεξιοτεχνία, απαιτεί επίσης κατάθεση ψυχής.

Ο βιολιστής Φαίδων Μηλιάδης, ο τσελίστας Μιχάλης Κοντός και η πιανίστρια Μαριλένα Σουρή διαμόρφωσαν κατ’ αρχάς ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα. Η βραδιά ξεκίνησε με το δεύτερο Τρίο για πιάνο του Μαρτινού, συνέχισε με το πρώτο Τρίο του Σοστακόβιτς και ολοκληρώθηκε με το πρώτο Τρίο του Μπετόβεν.

Το έργο του Μαρτινού αποτελεί απευθείας αναφορά στα διάσημα αντίστοιχα του 19ου αιώνα. Το ζωηρό πρώτο μέρος που ξεκινά αρκετά δυναμικά, αποδόθηκε με συναισθηματική ένταση από τους τρεις μουσικούς.

Στον περιορισμένο χώρο του beton ο ήχος δεν έχει την άνεση να αναπτυχθεί όσο έχει ανάγκη. Παρόλα αυτά, το δέσιμο των τριών μουσικών και η στενή μεταξύ τους σχέση, ανέδειξε τον διάλογο ανάμεσα στα όργανα.

Το αργό δεύτερο μέρος έδωσε την ευκαιρία να εκτιμηθεί ο ασφαλής κι εκφραστικός ήχος του Μηλιάδη, ενώ το νευρώδες τελικό μέρος στηρίχθηκε πολύ καλά από τη Σουρή. Ακολούθησε το Τρίο που ο Σοστακόβιτς συνέθεσε, ενώ ακόμα ήταν φοιτητής στο ωδείο του Λένινγκραντ. Το τσέλο παίζει εδώ σημαντικό ρόλο, στον οποίο ο Μιχάλης Κοντός ανταποκρίθηκε καλά.

Δεν ήταν όλα τέλεια κατά τη διάρκεια της βραδιάς και σίγουρα το πρόγραμμα κούρασε τους μουσικούς, γεγονός που αποτυπώθηκε στο Τρίο του Μπετόβεν. Ομως, περισσότερο από μικρά ολισθήματα εδώ κι εκεί, σημασία είχε η αίσθηση ύφους με την οποία αποδόθηκε η μουσική, οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα έργα αλλά και ανάμεσα στα μέρη τους. Στο έργο του Μπετόβεν μπορούσε να χαρεί κανείς στο πρώτο μέρος την κομψότητα του πιάνου, στο δεύτερο τις υπέροχα λυρικές φράσεις του τσέλου, στο τρίτο το ανάλαφρο παίξιμο και των τριών και στο τέταρτο μέρος τη λαμπρή δεξιοτεχνική συνεισφορά του βιολιού. Μία εξελίξιμη τριάδα μουσικών.