ΜΟΥΣΙΚΗ

Μια χορταστική μουσική ημέρα στη σκηνή του Terra Vibe

mia-chortastiki-moysiki-imera-sti-skini-toy-terra-vibe-2091880

«Ευχαριστούμε που είστε εδώ αυτή την ώρα και όχι για μπάνιο», είπε από μικροφώνου ο Αλέξανδρος Μίαρης των Electric Litany στις μερικές δεκάδες ανθρώπων που στέκονταν εχθές κάτω από τον καυτό ήλιο (και τις λίγες εκατοντάδες που ήταν παραπέρα στη σκιά) μπροστά στην κεντρική σκηνή του Terra Vibe. Ηταν μεσημέρι και μια παραπάνω από χορταστική μουσική μέρα ξεκινούσε με τον καλύτερο τρόπο, αφού μπορεί ο κόσμος να μην ήταν πολύς από τόσο νωρίς, όμως η ελληνική μπάντα με έδρα το Λονδίνο μάς χάρισε την καλύτερη εισαγωγή για τα επόμενα…

Ο ήχος των Electric Litany μεστός, με ποιότητα φτασμένου συγκροτήματος, ενώ βρίσκονται μόλις στο δεύτερο άλμπουμ της δισκογραφίας τους. Ο Μίαρης τραγουδά τα ονειρικά φωνητικά με φωνή σαν ήρεμο ποτάμι ενώ ταυτόχρονα παίζει κιθάρα και πιάνο. Το τέλος του σετ βρίσκει το κοινό, το οποίο έχει στο μεταξύ πληθύνει, να μετακινείται προς τη μικρότερη Vibe stage, όπου ο «σκληρός» μέταλ ήχος είχε την τιμητική του. Exarsis, Maplerun, Rotting Christ και Judas Priest έφτιαξαν μια τετράδα που δεν άφησε κανέναν με το παράπονο. Ειδικά οι τελευταίοι, που είναι και μακράν το μεγαλύτερο «όνομα», έδωσαν ένα πλούσιο σόου με μηχανές να εισβάλουν στη σκηνή, μπόλικες αλλαγές… καμπαρντίνας και βέβαια πολλά από τα αγαπημένα τους τραγούδια με τη χαρακτηριστική φωνή του Ρομπ Χάλφορντ, ο οποίος στα 63 του παραμένει επιβλητικός.

Στην κεντρική Terra σκηνή, εντωμεταξύ, ένας άλλος μεγάλος μουσικός, ο Τζον Γκαρσία των θρυλικών Kyuss, οδηγούσε το κοινό σε πιο stoner και desert μονοπάτια, με τραγούδια τόσο από την προσωπική του δισκογραφία όσο και από εκείνη της καλιφορνέζικης μπάντας. Αδικείται πάντως λίγο από την προσοχή του κοινού, αφού αρκετοί προτιμούν να αναλάβουν δυνάμεις πριν από τις νυχτερινές συναυλίες των μεγάλων ονομάτων, με αποτέλεσμα να παρακολουθούν από απόσταση και καθισμένοι στο γρασίδι. Εχει πάντως κι αυτό το ενδιαφέρον του. Οι συνηθισμένες κουβέντες περί των μουσικών πραγμάτων (ή και των διακοπών τέτοιο καιρό) αντικαθίστανται σε πολλές περιπτώσεις από έντονες πολιτικές συζητήσεις, ένεκα και της ημέρας.

Μία από τις καλύτερες στιγμές, κατά την ταπεινή μας άποψη, φτάνει με την παρουσία των Black Rebel Motorcycle Club – είναι οι τελευταίοι που παίζουν πριν από Judas Priest και Prodigy. Με τον ήλιο πια να έχει δύσει, η μπάντα από το Σαν Φρανσίσκο, που έχει πάρει το όνομά της από την καλτ ταινία «The Wild One» με τον Μάρλον Μπράντο, ξεκινά δυναμικά· το «Beat the Devil’s Tattoo» μάς εισάγει σε ένα ψυχεδελικό ταξίδι μιας ώρας περίπου, έναν περίπατο σε σκοτεινά σοκάκια και υπόγεια μπαρ. Οι Πίτερ Χέις και Ρόμπερτ Λιβόν Μπιν εναλλάσσονται σε μπάσο και κιθάρα με χαρακτηριστική άνεση, ντυμένοι πάντα στα κατάμαυρα, με δερμάτινο τζάκετ παρά τη ζέστη.

Αργά τη νύχτα πλέον –γύρω στις 11.30– έρχεται η ώρα των Prodigy. Οι Βρετανοί βασιλιάδες του ηλεκτρονικού ροκ ξεκινούν δυναμικά με το «Breathe», ενώ το κοινό ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό. Ο κόσμος είναι κάπως λιγότερος από την προηγούμενη εμφάνισή τους το 2012 όμως η ενέργειά του είναι χειμαρρώδης. Εδώ βλέπει κανείς τα πάντα: συναίσθημα, ρυθμό, εκτόνωση, χορό στα όρια του βίαιου. Μία απλή κίνηση του Κιθ Φλιντ ή του Μαξίμ προκαλεί τσουνάμι αντιδράσεων. Οι «πολεμιστές» –έτσι αποκαλεί ο τελευταίος το παλλόμενο πλήθος– γονατίζουν και τινάζονται στον αέρα σύμφωνα με τις προσταγές του. Η μουσική και ο χορός τους ενώνουν, με αυτήν τη μυστική σχέση, την ομοψυχία και τον ενθουσιασμό των ανθρώπων που έρχονται κοντά μέσω των έντονων συναισθημάτων τους. Το τελευταίο ανκόρ με το «Take me to the hospital» τούς βρίσκει όλους αποκαμωμένους, τα χαμόγελα ωστόσο προς την έξοδο είναι πολλά, πάρα πολλά…