ΜΟΥΣΙΚΗ

Μπαρόκ «Μισιρλού» σε βικτωριανό χαμάμ

mparok-misirloy-se-viktoriano-chamam-2097949

Τη «Σαλώμη» των Latinitas Nostra παρουσίασε το Φεστιβάλ Αθηνών στις 30 Ιουνίου στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου. Το θέαμα ήταν βασισμένο στον «Αγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή» του Αλεσάντρο Στραντέλα, ένα από τα διασημότερα ορατόρια του 17ου αιώνα. Η αλλαγή του τίτλου επελέγη, προφανώς, προκειμένου να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις της παραγωγής. Δηλώνει ότι η παράσταση των Latinitas Nostra επιθυμεί να πάρει αποστάσεις από το συγκεκριμένο έργο και, ταυτόχρονα, αποκαλύπτει την κατεύθυνση προς την οποία κινείται η νέα πρόταση. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τον Ιωάννη στη Σαλώμη, επιλογή η οποία αυτόματα συνεπάγεται τη μετακίνηση από το θρησκευτικό – διδακτικό στοιχείο ενός ορατορίου που γράφτηκε για την Κυριακή των Βαΐων του 1675, στο ερωτικό στοιχείο της πλοκής, όπως θέλησαν να το αναδείξουν οι Latinitas Nostra.

Στις τελευταίες δουλειές των Latinitas Nostra, η μουσική και η αισθητική της Δύσης συναντά αυτή της Ανατολής. Το μοτίβο επαναλήφθηκε. Ωστόσο, ενώ σε πρώτο επίπεδο η «δημιουργική επεξεργασία» της δυτικής μουσικής έμοιαζε πολύ πιο διακριτική απ’ ό,τι σε προηγούμενες παραστάσεις, στην ουσία η παρέμβαση στο έργο υπήρξε πολύ πιο ουσιαστική καθώς στο ορατόριο του Στραντέλα αποδόθηκαν προθέσεις διαφορετικής εποχής και αισθητικής.

Μία ακόμη βασική διαφορά με τις προηγούμενες δουλειές του συγκεκριμένου συνόλου ήταν ότι η νέα παραγωγή υπήρξε πλήρως σκηνοθετημένη, διέθετε σκηνικά και κοστούμια. Βεβαίως, η σκηνική παρουσίαση ορατορίων δεν αποτελεί πρωτοτυπία και έχει υπηρετηθεί κατά καιρούς με εκπληκτικά αποτελέσματα. Αλλωστε, αρκετά από τα έργα του είδους υποκρύπτουν τη σκηνική διάσταση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, το θέαμα όπως υλοποιήθηκε, επιβλήθηκε με έναν ιδιότυπο τρόπο στο ακρόαμα.

Μισιρλού, Δαλιδά, Σαλώμη

Σε ό,τι αφορά το μουσικό μέρος, ακούστηκε περίπου πλήρες το ορατόριο του Στραντέλα. Η συμμετοχή μουσικών με παραδοσιακά όργανα παρέμεινε ιδιαίτερα διακριτική. Δεν υπήρχε «διάλογος», δηλαδή εναλλαγή ανάμεσα σε δύο μουσικούς κόσμους, όπως σε προηγούμενες δουλειές του συνόλου, αλλά «ένταξη» των παραδοσιακών οργάνων στον ήχο των Latinitas Nostra, ο οποίος σε κάθε περίπτωση κυριαρχούσε. Στο σημείωμά του ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, ο οποίος διηύθυνε τους μουσικούς, σημειώνει: «Η μουσική (σ.σ. του Στραντέλα) έμοιαζε να αντιστέκεται στον μύκητα των ανατολίτικων στοιχείων». Συνακόλουθα, οι παρεμβάσεις αποτελούσαν μάλλον προσεκτικές «πινελιές», συχνά μεγάλης ευαισθησίας, οι οποίες συνεισέφεραν θετικά στο ακρόαμα και οι οποίες θα μπορούσαν να υποστηριχτούν ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο, καθώς κατά μία (αρκετά διευρυμένη) έννοια εντάσσονται στην «ευέλικτη», «ανοικτή» λογική ενορχήστρωσης της μπαρόκ μουσικής.

Επιμένοντας να εφαρμόσουν την αρχική τους ιδέα, μιας συνομιλίας ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, οι Latinitas Nostra προσέθεσαν εμβόλιμα στο ορατόριο ένα «χορό των επτά πέπλων», παραλλαγή της «Μισιρλούς». Ξεκίνησε αργά, νωχελικά και σταδιακά «έπαιρνε φωτιά», με την ταχύτητά του να αυξάνεται και την ένταση να δυναμώνει. Ωστόσο, καθώς στην παράσταση υπερτερούσε το δυτικό ιδίωμα, η απόδοση του χορού δεν παρέπεμπε τόσο σε ανατολίτικα πρότυπα όσο σε διάσημα οριενταλίζοντα οπερατικά, τα οποία ήταν της μόδας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, την περίοδο που προσδιορίστηκε από την «αισθητική της παρακμής». Προφανείς αναφορές ήταν ο απολύτως αντίστοιχος χορός στη «Σαλώμη» του Ρίχαρντ Στράους ή ο «Βακχικός χορός» στην όπερα «Σαμψών και Δαλιδά» του Σεν-Σανς, με κλιμακούμενη πορεία από τον ερωτισμό στην έκσταση. Ετσι, η αισθητική του λυκόφωτος του ρομαντισμού «φορέθηκε» μέσω του ρεμπέτικου σε ένα μπαρόκ ορατόριο και η αισθητική ενός παρακμιακού ερωτισμού του τέλους του 19ου αιώνα προσδιόρισε το έργο του Στραντέλα, το οποίο διαθέτει τελείως διαφορετικούς κώδικες και αισθητική. Το σημαντικό αυτό εμβόλιμο επεισόδιο προσδιόρισε συνολικά την παράσταση. Ως εάν να επελέγη το ορατόριο προκειμένου να πλαισιώσει τον εμβόλιμο χορό.

Την εντύπωση αυτή ενίσχυσε το θέαμα που σκηνοθέτησε ο Νίκος Καραθάνος. Η δράση τοποθετήθηκε σε χαμάμ, η δε αισθητική της παράστασης θα ταίριαζε καλύτερα στον παρακμιακό αισθησιασμό, στην ηδυπάθεια και στον ακίνδυνο ερωτισμό της «Ηρωδιάδας» του Μασνέ ή της «Σαλώμης» του Αντουάν Μαριότ. Μία ομάδα ημίγυμνων νέων γύρω από τη Σαλώμη, χωρίς αφορμή από το κείμενο του ορατορίου, η γελοιογραφικά παρακμιακή απόδοση ενός Ηρώδη υπέρβαρου και μιας Ηρωδιάδας με εμφάνιση επαναστατημένης γυναίκας του Μάη του ’68 αποτελούσαν μάλλον στερεότυπα, δισδιάστατα καρτούν, παρά επεξεργασία των χαρακτήρων του έργου. Κινούνταν με άνεση στο λειτουργικό και καλαίσθητο σκηνικό της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου και φορούσαν τα ευρηματικά αλλά γεμάτα –εκτός θέματος– χιούμορ κοστούμια του Νικολά Μουζέν. Συλλεκτικό κομμάτι δεν ήταν μόνο το υπέρβαρο «σώμα» του Ηρώδη αλλά και το κοστούμι – ταπετσαρία του Συμβούλου του.

Μουσικά ενδιαφέρον

Μουσικά, όπως πάντα η δουλειά των Latinitas Nostra ήταν υψηλού επιπέδου. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος και οι μουσικοί απέδωσαν σε όργανα εποχής όλο το εύρος των αποχρώσεων της μουσικής του Στραντέλα, από τις τρυφερές μέχρι τις πιο εξωστρεφείς, δεξιοτεχνικές σελίδες. Αξιοι ήταν συνολικά οι τραγουδιστές, ιδιαίτερα ο βαρύτονος Μάριος Σαραντίδης, ο οποίος ανέλαβε τον απαιτητικό ρόλο του Ηρώδη και ερμήνευσε με εκφραστικότητα και άνεση την άκρως δεξιοτεχνική μουσική του. Εξίσου θετική ήταν η παρουσία της υψιφώνου Μαρίας Παλάσκα στον ρόλο της Ηρωδιάδας, για τον οποίο διέθετε φωνή και εμφάνιση.

Το ηχόχρωμα, πιο επιθετικό από εκείνο της Σαλώμης, διαχώριζε με σαφήνεια μάνα και κόρη. Τον ρόλο του Συμβούλου απέδωσε ο τενόρος Τζέισον Νταρνέλ με ισχυρή φωνή και άνεση στην ψηλή περιοχή, αλλά περιορισμένη δεξιοτεχνία.

Το ταλέντο του κόντρα τενόρου Νίκου Σπανού είναι γνωστό. Αυτή τη φορά στο ρόλο του Ιωάννη εμφανίστηκε δεξιοτεχνικά ακόμα πιο σίγουρος και ερμήνευσε τη μουσική με το γνωστό γλυκό ηχόχρωμα. Τέλος, στον κεντρικό ρόλο η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη βρήκε την ισορροπία ανάμεσα στην αθωότητα και τη νοσηρότητα της έφηβης Σαλώμης. Τραγούδησε τη μουσική με λαμπερό ηχόχρωμα, αλλά φάνηκε να έχει επεξεργαστεί ορισμένες άριες περισσότερο από άλλες.