ΜΟΥΣΙΚΗ

Οπερα, μια κοινή παγκόσμια εμπειρία

opera-mia-koini-pagkosmia-empeiria-2104015

θες σηκώθηκε η αυλαία της δέκατης χρονιάς «ζωντανών» μεταδόσεων παραστάσεων όπερας από τη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης σε κινηματογράφους ανά τον κόσμο. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Πήτερ Γκελμπ, διευθυντής του οργανισμού, μιλά για επιτυχία σε όλα τα επίπεδα. Τα έσοδα ξεπέρασαν κάθε προσδοκία, φτάνοντας τα 19 εκατ. δολάρια ανά σεζόν, και το κοινό του οργανισμού αυξήθηκε τρομακτικά. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ένα μέγεθος που δεν μετριέται άμεσα: η επιρροή που ασκεί η Μετροπόλιταν στη διαμόρφωση του γούστου του κοινού, η επιρροή των επιλογών ρεπερτορίου και της αισθητικής των θεαμάτων της.

Δύσκολα μπορεί να αντισταθεί κανείς στα πρότυπα που προβάλλει, καθώς ο τρόπος που τα υποστηρίζει είναι υποδειγματικός, από την ποιότητα των καλλιτεχνών ώς την ποιότητα ήχου και εικόνας. Στο πεδίο της πολιτιστικής πολιτικής στον συγκεκριμένο χώρο, η Μητροπολιτική Οπερα αναδεικνύεται απόλυτος νικητής. Δεν είναι η πρώτη φορά: όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι και στην Ελλάδα, κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 οι «ζωντανές» ραδιοφωνικές μεταδόσεις παραστάσεών της διαμόρφωσαν το γούστο του παγκόσμιου οπερόφιλου κοινού, κυρίως στις χώρες που δεν διέθεταν ανάλογη δική τους παραγωγή.

Αμφίδρομη επίδραση

Η Μητροπολιτική Οπερα δεσπόζει, φυσικά, στον χώρο καθώς είναι ο οικονομικά πιο ισχυρός παίκτης. Ομως δεν είναι η μόνη. Το παράδειγμά της ακολούθησαν αρκετά ευρωπαϊκά λυρικά θέατρα, όπως η Βασιλική Οπερα του Λονδίνου και η Παρισινή Οπερα, ενώ ακόμα περισσότερες είναι εκείνες οι σκηνές οι οποίες προσφέρουν τις παραγωγές τους από το Διαδίκτυο με ή χωρίς συνδρομή: τα φεστιβάλ του Μπάιροϊτ, του Ζάλτσμπουργκ και του Γκλάιντμπορν, η Κρατική Οπερα της Βιέννης, η Οπερα της Γενεύης, η Κρατική Οπερα της Βαυαρίας είναι μονάχα μερικοί θεσμοί. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται, επίσης, διάσημες συμφωνικές ορχήστρες, όπως η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και η Κοντσέρτχεμπαου του Αμστερνταμ, οι οποίες μεταδίδουν συναυλίες τους «ζωντανά» στο Διαδίκτυο με ή χωρίς συνδρομή.

Σε ό,τι αφορά το λυρικό θέατρο, τα αποτελέσματα μπορεί να λειτουργήσουν θετικά και προς τις δύο κατευθύνσεις. Αφενός, η δυνατότητα επιλογής είναι πλέον πολύ μεγάλη. Το κοινό δεν περιορίζεται σε αυτό που προσφέρει το θέατρο της πόλης του, αλλά έχει πρόσβαση σε θεάματα για τα οποία άλλοτε μπορούσε να πληροφορηθεί μονάχα μέσα από τις σελίδες του Τύπου. Εχει την ευκαιρία να δει έργα που γνώριζε μόνο από δίσκους ή από τη βιβλιογραφία. Τα βλέπει να παίζονται και αντιλαμβάνεται γιατί αξίζει τον κόπο να παρουσιάζονται. Επίσης, βλέπει έργα ρεπερτορίου ανεβασμένα με τρόπους που ίσως δεν είχε φανταστεί και οι οποίοι τού επιτρέπουν δεύτερες αναγνώσεις, πέρα από την απλή αφήγηση της υπόθεσης. Από την άλλη πλευρά, σκηνοθέτες και λυρικοί καλλιτέχνες γνωρίζουν ότι πλέον το θέαμα δεν το βλέπουν μόνο μερικές χιλιάδες θεατές από την πολυθρόνα τους σε κάποιο απομακρυσμένο σημείο του θεάτρου, αλλά πολλά εκατομμύρια μάτια, και μάλιστα από όσο κοντά επιλέξει ο τηλεσκηνοθέτης. Ετσι, αισθάνονται οι ίδιοι την ανάγκη να βελτιώσουν οι μεν τις σκηνοθετικές οδηγίες οι δε τις υποκριτικές τους ικανότητες και να επενδύσουν σοβαρά στην απόδοση του θεάματος. Ως σκηνική τέχνη, η όπερα αποκτά όλο και περισσότερο θεατρικές ποιότητες.

Εθνική Λυρική Σκηνή

Η ιδέα των μεταδόσεων διευκολύνθηκε από την τεχνολογία και ξεκίνησε αρχικά για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Ηδη από το 2000, το περίφημο Λιθέου της Βαρκελώνης θέσπισε ειδικό πρόγραμμα και εγκαινίασε μεταδόσεις σε πανεπιστήμια. Την εκπαιδευτική και μορφωτική διάσταση της όπερας επιθυμεί να υπογραμμίσει από φέτος και η Εθνική Λυρική Σκηνή, η οποία εγκαινιάζει το πρόγραμμα «Η Λυρική στη μεγάλη οθόνη», με βασικό στόχο την περαιτέρω ανάπτυξη του κοινού της όπερας. Κατά την τρέχουσα καλλιτεχνική περίοδο για πρώτη φορά πρόκειται να μεταδώσει μια παραγωγή της χωρίς εισιτήριο πρωτίστως σε αίθουσες πολιτιστικών κέντρων και όχι σε εμπορικούς κινηματογράφους. Το πρόγραμμα ξεκινά από δεκατρείς πόλεις της Ελλάδας: Αίγιο, Βέροια, Ηράκλειο, Καλαμάτα, Κω, Μεσολόγγι, Πρέβεζα, Σέρρες, Σύρο, Τρίκαλα, Τρίπολη, Φλώρινα και Χίο. Παράλληλα, μία δεύτερη παραγωγή όπερας, ειδικά σχεδιασμένη για παιδιά, θα προβληθεί στους ίδιους χώρους για τα μουσικά γυμνάσια και λύκεια της χώρας αλλά και για όποιο άλλο σχολείο δείξει ενδιαφέρον.

Διαφορετικές εμπειρίες

Μπορεί η παρακολούθηση όπερας σε κινηματογράφο να υποκαταστήσει μια βραδιά στην αίθουσα συναυλιών ή στο λυρικό θέατρο; Για όσους δεν έχουν στην περιοχή ή στη χώρα τους συμφωνική ορχήστρα ή θέατρο όπερας η απάντηση είναι προφανής. Οσοι έχουν επιλογή γνωρίζουν ότι τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον φυσικό ήχο μιας ορχήστρας ή ενός τραγουδιστή, αλλά ούτε την εμπειρία της συλλογικής συμμετοχής σε ένα κοινωνικό γεγονός, το οποίο είναι μία συναυλία ή μία παράσταση όπερας. Καμία προβολή, όσο κι αν είναι τεχνολογικά άρτια, δεν μπορεί να ανταγωνιστεί το θέαμα στο θέατρο, όπως επιβεβαιώνει ο Γκελμπ. Η κινηματογραφική αίθουσα αποτελεί αρκετά κοντινό υποκατάστατο, καθώς παρακολουθεί κανείς το θέαμα μαζί με άλλους. Ο χώρος στον οποίο βρίσκεται η οθόνη του υπολογιστή μας μετατρέπει τη συλλογική εμπειρία σε ιδιωτικό θέαμα.
Οσο για την όπερα, το είδος αυτό, το οποίο στον 17ο αιώνα ξεκίνησε ως αυλικό θέαμα και μετά τη Γαλλική Επανάσταση αποτέλεσε «αιχμή του δόρατος» του αστικού πολιτισμού, χάρη στο Διαδίκτυο και στον κινηματογράφο συγκαταλέγεται πλέον στα λαϊκά θεάματα. Εναπομένει στον θεατή εάν θα αξιοποιήσει τα προσφερόμενα ερεθίσματα εκτός από ψυχαγωγία και για την καλλιέργειά του ή εάν θα αρκεστεί σε απλή κατανάλωση πολιτιστικού αγαθού.