ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Χατζιδάκις, το «Blue» και το Χόλιγουντ

o-chatzidakis-to-blue-kai-to-choligoynt-2109146

Ο Μάνος Χατζιδάκις αγαπούσε τις ταινίες του Φεντερίκο Φελίνι και του Μαρσέλ Καρνέ. Αλλά το έφερε η τύχη και στο τέλος της δεκαετίας του ’60 «πρωταγωνίστησε» στο Χόλιγουντ σε ένα γουέστερν! Οχι, δεν εννοούμε μόνο το περίφημο «Blue», του οποίου συνέθεσε το σάουντρακ. Εννοούμε τη μονομαχία που εκτυλίχθηκε μεταξύ του κορυφαίου συνθέτη και του αμερικανικού κινηματογραφικού κατεστημένου με επίκεντρο αυτό το σάουντρακ. Τη σπουδαία μουσική του Χατζιδάκι θα παίξει η Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού στις 27 και 28 /11 στο Μέγαρο Μουσικής.

Τη γοητευτική μουσική εμπειρία του με τη Συμφωνική του Λος Αντζελες αλλά και τη δυσάρεστη περιπέτειά του με την Paramount αφηγείται ο ίδιος στις σημειώσεις του αλλά και στις επιστολές προς τον φίλο του σκηνοθέτη Δημήτρη Βερνίκο, στον οποίο οφείλουμε την ταινία-ντοκουμέντο για τη ζωή και το έργο του συνθέτη, «Είδωλο στον καθρέφτη».

«Το 1968 το Χόλιγουντ ζούσε την επανάσταση των λουλουδιών, με πολλά παραισθησιογόνα, με αρκετή διστακτική ερωτική ελευθερία και με μια εφημερίδα εβδομαδιαία, τη “Free Press”, που την πουλούσαν με φανατισμό εθελοντικά νέοι στα πεζοδρόμια της Sunset Strip», αφηγούνταν ο Χατζιδάκις όταν είχε πλέον επιστρέψει στην Ελλάδα. «Τον ίδιο καιρό η Paramount γύριζε ένα φιλόδοξο ποιητικό γουέστερν με σκηνοθέτη έναν Καναδό, τον Narizzano, με πρωταγωνιστές έναν Αγγλο, τον Terence Stamp, κι έναν Μεξικανό, τον Ricardo Montalban, και συνθέτη έναν Ελληνα, εμένα. Τότε ήταν που ξενάγησα και φιλοξένησα στην Paramount τους Bee Gees, ενώ κάτω στην εβραϊκή συνοικία οι H.P. Lovecraft τραγουδούσαν το “Μεθυσμένο καράβι” του Ρεμπό. Μέσα σ’ αυτό το μεθυστικό πανηγύρι προσπάθησα να ξεπεράσω σε ομορφιά τον Terence Stamp κι έγραψα αυτή τη μουσική του “Blue”».

«Είμαι ενθουσιασμένος»

Ολα άρχισαν τον χειμώνα του 1967. Την 1η Δεκεμβρίου το επιτελείο του μουσικού τμήματος της ιστορικής κινηματογραφικής εταιρείας υποδέχεται τον συνθέτη και του λένε ότι είναι τιμή για εκείνους να εργάζεται μαζί τους. «Ο σκηνοθέτης της ταινίας τυχαίνει να είναι νέος, έξυπνος και δεν μου ζητά μια συμβατική μουσική, ώστε να προκαλεί την περιφρόνησή μου. Ελπίζω να σταθώ τυχερός και να βρεθώ στις δημιουργικές μου στιγμές», γράφει ο Χατζιδάκις στις 5/12 προς τον Δημήτρη Βερνίκο. «Τώρα δουλεύω πάνω στο φιλμ», επανέρχεται στις 11/12. «Ενδιαφέρεται και ο πρόεδρος της Paramount… είναι νέος 30 ετών και φαίνεται να ξέρει τη μουσική μου. Ζήτησε ν’ ακούσει ό,τι κάνω… Μου παρέχουν όλα τα μέσα να φτιάξω ό,τι ακριβώς θέλω και όπως το θέλω». Εναν μήνα μετά, στις 10 Ιανουαρίου 1968, δεν έχει χάσει τον ενθουσιασμό του:

«Σήμερα κάναμε την τοποθέτηση των οργάνων και είναι να τα χάνεις. Είμαι πραγματικά ενθουσιασμένος με το πώς δουλεύω εδώ. Η ορχήστρα θα είναι η Συμφωνική του Λος Αντζελες και σολίστας θα είναι ο Laurindo Almeinda».

«Ο Narizzano μού έλεγε πως η φήμη της μουσικής του “Blue” έχει περάσει σ’ όλες τις εταιρείες του Χόλιγουντ…», γράφει στο τέλος του ίδιου μήνα. «Ομως η πιο ζωντανή διαφήμισή μου είναι οι μουσικοί της Συμφωνικής του Λος Αντζελες… στο τέλος όλοι οι μουσικοί με χειροκροτήσανε και πέρασε ένας ένας να με χαιρετήσουν». Και αλλού: «Εδώ όλοι λένε πως πρόκειται να κερδίσω το Oscar την επόμενη χρονιά. Καλό θα ήταν για να μην ακούω πια το “Never on Sunday” σαν το μοναδικό credit μου στον κινηματογράφο».

Ομως ο Χατζιδάκις δεν παύει να παρατηρεί και την άλλη πλευρά της λαμπερής «Μέκκας του κινηματογράφου»: «Το Hollywood έχει μία δυστυχισμένη και άρρωστη ευτυχία», σημειώνει. «Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι η καθιέρωση, η απόλυτη και ισχυρή καθιέρωση του επαγγελματικού, μουσικού μου εαυτού. Η ζωή μου θα συνεχίσει να είναι όπως διαμορφώθηκε τελευταία. Αυστηρή και απόλυτη, κλειστή», παραδέχεται. Και αλλού: «Η σημερινή μέρα πέρασε χωρίς κάτι το εξαιρετικό. Ηταν μια κοινή Δευτέρα, πληκτική, τυπικά Χολλυγουντιανή. (…) Η μέρα άρχισε σήμερα μ’ έναν πληκτικό ήλιο και τελείωσε με μια ψυχρή ομίχλη. Και τα δύο εξίσου νευρασθενικά».

«Paramount τέλος… θέλουν δούλους»

Και η Αθήνα; «Αυτή την πόλη τη λάτρευα, τη γνώριζα βαθειά, ήμουν μια βασική φλέβα της. Και τώρα έγινε πιο ξένη και από την πιο μακρινή πόλη του κόσμου», παραδέχεται. «Πολλά φταίνε. Δεν θα συγχωρήσω ποτέ στη ζωή μου όσους συνετέλεσαν σ’ αυτή την αποξένωσή μου». Μιαν άλλη μέρα, όμως, με αφορμή παλιούς ελληνικούς δίσκους που αγόρασε παρέα με τον Στάθη Γιαλελή, τον πρωταγωνιστή του «America America» του Ηλία Καζάν, παραδέχεται: «Ξεδιπλώθηκαν στα μάτια μου πολύ παλιά χρόνια και χωρίς να το θέλω δάκρυσα. Είναι απαίσια εκείνα τα χρόνια μα και αξιολάτρευτα». Και αναπολεί τον Τσιτσάνη, τον Κούνδουρο «με την μοτοσυκλέτα του», το Θέατρο Τέχνης και τον «Ματωμένο γάμο». Και όμως: «Δεν μπορούσα παντοτινά να συντηρούμαι από τους γυάλινους ήχους ενός μπαγλαμά», προσθέτει. «Η φωτιά μέσα μου έχει θεριέψει. Επιζητώ το πιο τρελό τραγούδι που έχει ακούσει ποτέ άνθρωπος. Και τους πιο περίεργους ήχους για συνοδεία».

Ζώντας άπληστα τον κοσμοπολιτισμό που του προσφέρει η ζωή στην αμερικανική μεγαλούπολη, ο Χατζιδάκις καταγράφει τον ενθουσιασμό του από μια συναυλία των Blood, Sweat and Tears, αλλά και τη θλίψη του για τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Παράλληλα προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του Χόλιγουντ, που γίνονται όλο και πιο πιεστικές: «Είμαι σε δίλημμα με την καινούρια ταινία που μου προτείνει ο Judd Bernard, ο παραγωγός του “Blue”, το “Fade Ιn”», γράφει την άνοιξη του 1968. «Δεν θέλω να το κάνω. Αν στο μεταξύ τελειώσει η υπόθεση με την MGM, θα τ’ αποφύγω, αλλιώς θα αναγκαστώ να το κάνω. (…) Το Hollywood είναι σκληρό».

Και η δική του ανεξαρτησία δεν του ταιριάζει. Ετσι τα επόμενα σχέδια μετά το «Blue» ναυαγούν επεισοδιακά: «Πέρασα πολλά, απίθανα σε πρωτοτυπία και γκανγκστερισμό», γράφει τελικά ο Χατζιδάκις τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου. «Paramount τέλος… θέλουν δούλους και όχι βασιλικές εξοχότητες σαν την αφεντιά μου… πολύ τους έπεφτα από την αρχή… είμαι αποφασισμένος να μη γιορτάσω καμία στενοχώρια μου». «Σε φάγανε», του λέει ο Η. Καζάν σε μια συνάντησή τους εκείνες τις μέρες. «Κάνεις λάθος. Απλά έχασα προς το παρόν», του απάντησε ο συνθέτης.

Και η «Τζοκόντα», που έγινε πενήντα χρόνων

Ακριβώς μισός αιώνας συμπληρώνεται φέτος από την κυκλοφορία του «Χαμόγελου της Τζοκόντας», που ηχογραφήθηκε επίσης στις ΗΠΑ και μάλιστα με παραγωγό τον Κουίνσι Τζόουνς, και θα το ακούσουμε επίσης στις 27 και 28 του μηνός στο Μέγαρο Μουσικής. Με την ευκαιρία θα εκδοθεί σε cd η στερεοφωνική εγγραφή του έργου, όπως είχε αποτυπωθεί μόνο στην αμερικανική έκδοσή του από το original stereo master, το οποίο εστάλη μόλις πρόσφατα από τις ΗΠΑ. Η έκδοση αυτή θα περιέχεται σε συλλεκτική κασετίνα μαζί με ακόμη έναν ψηφιακό δίσκο-ντοκουμέντο, όπου ο Χατζιδάκις παίζει στο πιάνο έξι από τα θέματα του έργου στην πρωτότυπη ηχογράφησή τους.

Στην αρχή της δεκαετίας του ’60, μερικές από τις συνθέσεις του «Χαμόγελου της Τζοκόντας» προορίζονταν να γίνουν τραγούδια για τη Γαλλίδα τραγουδίστρια Ζακλίν Ντανό. Οταν αυτό δεν έγινε, ο συνθέτης τις περιέλαβε σ’ ένα ορχηστρικό έργο που είχε ως αφορμή ένα περιστατικό στην 5η Λεωφόρο του Μανχάταν. Το ιστορεί ο ίδιος στο εσώφυλλο του δίσκου:

«Σε μια παρέλαση στη Νέα Υόρκη, με μουσικές, με χρώματα και πλημμυρισμένη από κόσμο την 5η Λεωφόρο, βρισκόμουν μια Κυριακή απόγευμα το φθινόπωρο του 1963, όταν συνάντησα μια γυναικούλα να περπατάει μοναχή με μιαν απελπισμένη αδιαφορία για ό,τι συνέβαινε γύρω της, χωρίς κανείς να την προσέχη, χωρίς κανέναν να προσέχη, μόνη έρημη μες στο άγνωστο πλήθος που την σκουντούσε, την προσπερνούσε ανυποψίαστο, εχθρικό, αφήνοντάς την να πνιγή μες στη βαθειά πλημμύρα της λεωφόρου, μέσα στη θάλασσα που ακολουθούσε, μέσα στ’ αγέρι που άρχισε να φυσά».

Ο Χατζιδάκις γράφει ότι προσπάθησε να την ακολουθήσει «μα η μεγάλη μαύρη θάλασσα του κόσμου την είχε καταπιεί». Ετσι βρέθηκε «έξω από το βιβλιοπωλείο του Ριτζιόλι», όπου είδε στη βιτρίνα ένα βιβλίο για τον Ντα Βίντσι, «με την Τζοκόντα στο εξώφυλλό του να μου χαμογελά απίθανα αινιγματικά, αυτόματα μεγεθυσμένη όσο η γυναίκα που χάθηκε στο δρόμο».

Αυτά τα δυο «μπερδεύτηκαν περίεργα» μέσα του, «μαζί μ’ ένα εξαίσιο θέμα του Βιβάλντι», που είχε ακούσει λίγες μέρες πριν. Στο έργο υπάρχουν κι άλλοι φανταστικοί ήρωες, όπως η κοντέσα Εστερχάζι. Υπάρχουν όμως και πραγματικά πρόσωπα: «Η μητέρα μου είναι γλυκειά και τρυφερή και μ’ αγαπάει. Θα ’θελε να ’χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ’ έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει», σημειώνει ο συνθέτης.

Ενα άλλο κομμάτι είναι αφιερωμένο στον «Κύριο Νολλ», γόνο επιχειρηματικής οικογένειας και φίλο του Χατζιδάκι, που κάθε μέρα ρίσκαρε τη ζωή του με γρήγορα αυτοκίνητα. Πολλά χρόνια μετά, ο συνθέτης πρότεινε στον Νίκο Γκάτσο να γράψει στίχους για τα μουσικά θέματα της «Τζοκόντας». Ομως, ο ποιητής τού απάντησε: «Οι στίχοι υπάρχουν ήδη στο εσώφυλλο και τους έχεις γράψει εσύ».

​​«Χαμόγελο της Τζοκόντας» και «Blue», 27-28/11 Μέγαρο Μουσικής (αίθουσα Χρ. Λαμπράκης), καλλιτεχνική διεύθυνση Γιώργος Χατζιδάκις.