ΜΟΥΣΙΚΗ

Ανιση «Ενάτη» Μάλερ από την Κρατική

anisi-enati-maler-apo-tin-kratiki-2115444

Πολύ καλά ερμήνευσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών το μεγαλειώδες τελευταίο μέρος της Ενάτης Συμφωνίας του Μάλερ (Μέγαρο Μουσικής, 20/11). Και καθώς το μέρος αυτό διαρκεί αρκετά, επέτρεψε στη βραδιά να κλείσει συνολικά με θετικό πρόσημο, αμβλύνοντας σημαντικά την εντύπωση όσων λιγότερο επιτυχημένων είχαν προηγηθεί. Η φορτισμένη απόδοση της συναισθηματικής δύναμης της μουσικής αλλά και της τελικής παραίτησης μέσα από τον συντονισμένο ήχο των εγχόρδων και την καλή συνεισφορά των κόρνων, πέτυχε τελικά την επικοινωνία ανάμεσα στον δεκτικό ακροατή και στον μουσικό, αισθητικό και ψυχολογικό κόσμο της τελευταίας ολοκληρωμένης Συμφωνίας του Μάλερ.

Αντίθετα, στα προηγούμενα μέρη υπήρχε προφανής διάσταση ανάμεσα σε όσα επιθυμούσε να πετύχει ο Σλοβάκος αρχιμουσικός Γιουράι Βάλτσουχα και σε όσα μπορούσε να υλοποιήσει η ορχήστρα. Ηδη, από το πρώτο μέρος της Συμφωνίας φάνηκε ότι ο Βάλτσουχα προσέγγιζε με σαφήνεια τις δραματικές και συναισθηματικές εντάσεις και υφέσεις της μουσικής. Οτι αντιλαμβανόταν θαυμάσια όσα επιδιώκει ο συνθέτης μέσα από τη γραφή του. Οτι του ήταν σαφές πως ο Μάλερ δεν περιγράφει συναισθήματα ως παρατηρητής, αλλά δίνει φωνή σε αυτά να εκφραστούν. Ωστόσο, ο Βάλτσουχα δεν διέθετε στα χέρια του το κατάλληλο «εργαλείο». Από τον ήχο της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών απουσίαζε η ευγένεια. Ετσι, ναι μεν οι τρομακτικές εντάσεις και οι υφέσεις βρίσκονταν στα σωστά σημεία και διέθεταν τη δύναμη ή την παραίτηση που τους ταίριαζε, όμως διατυπώνονταν με τρόπο τραχύ, κάποτε σχεδόν χωρίς αίσθηση της ροής των μουσικών φράσεων.

Τα μεσαία μέρη κύλησαν καλύτερα από το ιδιαίτερα απαιτητικό αργό πρώτο. Αφενός επειδή είναι πιο ζωηρά, κυρίως όμως επειδή σε μεγάλο βαθμό είναι έντονα ρυθμικά. Το δεύτερο μέρος έχει πράγματι ρυθμό παραδοσιακού χορού, ενός λέντλερ, και ο συνθέτης ζητεί να αποδοθεί με αδρότητα. Προϋποθέτει, όμως, επίσης το απαραίτητο στιλιζάρισμα, ικανό να αποδώσει τη σαρκαστική διάθεση του Μάλερ, ο οποίος παραμορφώνει το αρχικό υλικό.

Προφανώς, η έλλειψη εξοικείωσης της Κρατικής με έργα όπως το συγκεκριμένο, προ πολλού έργα ρεπερτορίου μεγάλων συμφωνικών συνόλων, είναι ζήτημα καλλιτεχνικού προγραμματισμού με βάθος χρόνου.

Μέχρι να συμβεί αυτό στην Ελλάδα, ερμηνείες άνισες, άμεσα εξαρτώμενες από τις ικανότητες του εκάστοτε αρχιμουσικού, θα παραμένουν ο κανόνας.