ΜΟΥΣΙΚΗ

«Οπου υπάρχει πόνος υπάρχει τέχνη»

opoy-yparchei-ponos-yparchei-techni-2120065

Πολλοί έχουν επισημάνει κατά καιρούς τα κοινά σημεία μεταξύ του ρεμπέτικου και του αμερικανικού μπλουζ, μερικοί μάλιστα προσπάθησαν να συνδέσουν τα δύο είδη σε καινούργια τραγούδια. Αλλά να που ο Νίκος Πλατύραχος κάνει ένα βήμα ακόμα, ανιχνεύοντας τη σχέση του λαϊκού μας τραγουδιού και του ragtime, του πρόγονου δηλαδή της τζαζ που ξεκίνησε στις αφροαμερικανικές φτωχογειτονιές του Σεντ Λούις, αρχές του 18ου αιώνα, αλλά αναπτύχθηκε κι έγινε δημοφιλές στα ύποπτα και μη στέκια της Νέας Ορλεάνης στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο καινούργιος του δίσκος «Τα Αστεγα» (Feelgood Records) συνδυάζει ευρηματικά τον ρυθμό και τις αρμονίες του αμερικάνικου ragtime με τον ήχο του ρεμπέτικου. Ευφάνταστη συνάντηση των λαϊκών οργάνων με το ξεκούρδιστο πιάνο και τα πνευστά που αιφνιδιάζει στο πρώτο άκουσμα και σε κερδίζει στο δεύτερο. CD με δεκατρία τραγούδια (σε δικούς του στίχους και των Γιάννη Δούκα, Δημήτρη Λέντζου, Κώστα Παπαγεωργίου, Δημήτρη Ρούλια, Παναγιώτη Μακρή, Τίνας Γιωτοπούλου) και δύο ορχηστρικά, που θα παρουσιαστεί στις 2 Φεβρουαρίου (στις 7 μ.μ.) στον «Ιανό», ενώ στο Μικρό Παλλάς ετοιμάζονται παραστάσεις τα Δευτερότριτα.

Νεανικές εμμονές

«Η ιστορία ξεκίνησε με δύο νεανικές μου εμμονές: το ρεμπέτικο με το οποίο βαφτίστηκα από πολύ μικρός μια και το άκουγε ο πατέρας και το ράγκταϊμ που ανακάλυψα σπουδαστής. Με γοήτευσε ως είδος παρόμοιας υφής, αμεσότητας και διεισδυτικότητας, μόνο που τότε δεν είχα κάνει τον παραλληλισμό. Ηταν μια ώσμωση που δεν είχε εκφραστεί. Μου άρεσε πολύ ο Σκοτ Τζόπλιν, διάσημος μουσικός του ραγκτάιμ, και ο Ράντι Νιούμαν που το εξέλιξε σε υψηλότερα επίπεδα. Κάτι σαν τους δικούς μας έντεχνους που πήραν το ρεμπέτικο και το ανέβασαν. Υπάρχει μια παράλληλη ιστορία σε αυτά τα δύο είδη και στις δύο πλευρές που αναπτύχθηκαν» λέει στην «Κ» ο Νίκος Πλατύραχος.

Μιλάει με ενθουσιασμό γι’ αυτό το «μουσικό πάντρεμα», τα κοινωνιολογικά του στοιχεία και τη μουσικολογική συμπεριφορά. «Εχουν παρόμοιες αντιδράσεις στις αρμονίες τους, κοινά στοιχεία, παρότι φαινομενικά δεν μοιάζουν. Δηλαδή το δικό μας ρε δίεση είναι το δικό τους μι ύφεση που είναι στην πραγματικότητα ίδια νότα αλλά με άλλο τρόπο μεταχειρισμένη. Αυτό τριβέλιζε καιρό το μυαλό μου τζαμάροντας όπως λέμε οι μουσικοί. Εφτιαχνα πράγματα που περιείχαν αυτά τα είδη και τα άφηνα στην άκρη».

Εχοντας θητεύσει στον κινηματογράφο και την ορχηστρική μουσική στην Ελλάδα και τη Γερμανία και λιγότερο στο τραγούδι (εξαίρεση η «Ονειρογραφία»), παραδέχεται ότι απαιτεί διαφορετική διαδικασία. «Πρέπει να ξυπνάς και να κοιμάσαι με τον στίχο στο μυαλό σου, στο κράμα λόγου – μουσικής το οποίο εδράζεται περισσότερο στο λακωνικό μήνυμα που πρέπει να δίνει παρά στην επεξεργασία του».

Οι ρεμπέτικοι ήχοι, το ελληνικό λαϊκό τραγούδι που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και εξελίχθηκε στα λιμάνια του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, προτού περάσει σε άλλα αστικά κέντρα μαζί με εκείνον της πιανόλας και την ατμόσφαιρα της Αγριας Δύσης που αναπτύχθηκαν την ίδια περίοδο σε έναν άλλο μακρινό τόπο, είναι «ένα πείραμα». Λέει πως όπου υπάρχει πόνος υπάρχει τέχνη. «Το ράγκταϊμ περιέχει παρόμοιες συναισθηματικές εντάσεις και αποχρώσεις με το δικό μας ρεμπέτικο και αποδεικνύεται πως κι αυτό άντεξε στον χρόνο όπως και τα τραγούδια του Βαμβακάρη. Φυσικά δεν είχαν τη ίδια απόχρωση».

Επιστροφή στις αξίες

Τι είναι όμως αυτό που ξαναφέρνει το κοινό στο καλό λαϊκό άκουσμα; «Η κρίση μάς βοηθάει να ανακτήσουμε κάποιες αξίες όπως τα ακούσματα. Επίσης έφερε πάλι τον κόσμο στο θέατρο. Κάτι ανάλογο συνέβαινε στην Κατοχή. Σήμερα μπορεί να μην υπάρχει άνεση αλλά υπάρχουν μικροί χώροι στους οποίους παίζεται μουσική, προσφέροντας μια οικονομική διασκέδαση. Παρακολουθεί κανείς λάιβ πληρώνοντας ένα μόνο ποτό, απότοκο κι αυτό της κρίσης».

Ωστόσο, η γενιά του, εξαίρετοι μουσικοί των ωδείων οι περισσότεροι με δυνατό βιογραφικό, παιδεύεται. «Σήμερα», λέει ο Ν. Πλατύραχος, «ο δημιουργός είναι στις χειρότερες φάσεις των τελευταίων 100 χρόνων.

Μέσα στον προηγούμενο αιώνα υπήρχαν δισκογραφία, δικαιώματα, τρόποι επιβίωσης. Το downloading, το youTube, το mp3, η ελεύθερη διακίνηση, το τζάμπα απαξιώνουν τη μουσική. Ο δημιουργός βέβαια δεν γίνεται να σταματήσει, τον ωθεί η εσωτερική του ανάγκη να εκφραστεί. Δυστυχώς υπάρχουν παλιοί καταξιωμένοι δημιουργοί που ταλαιπωρούνται παίζοντας για 30-40 ευρώ μια φορά την εβδομάδα. Οι άνθρωποι του ακαδημαϊκού κύκλου, όπως οι διευθυντές ορχήστρας, ευτυχώς έχουν τη διδασκαλία. Για τους συνθέτες τα πράγματα είναι δύσκολα, όσο και για τους νέους που ξεκινούν τραγικά».

Γύρισε γιατί «η Ελλάδα μέσα μας δεν σε αφήνει ποτέ»

Δεν δείχνει να μετάνιωσε που επέστρεψε στην Ελλάδα. «Ηρθα από τη Γερμανία το 1994 για το στρατιωτικό, έπειτα ακολούθησαν κάποιες προτάσεις που με δελέασαν. Αλλά δεν ήταν αυτό που με κράτησε. Αλλωστε και στη Γερμανία έγραφα μουσική για ταινίες. Η Ελλάδα μέσα μας, δεν σε αφήνει ποτέ. Είναι δυνατή η έλξη της χώρας με την οικογένεια, τους φίλους, τον τρόπο ζωής. Ζωή με το Ζ κεφαλαίο. Στον εξωτερικό και τη Γερμανία ειδικότερα, είναι όλα οργανωμένα αλλά αυτά δεν έχουν σχέση με τη ζωή που έχει στο μυαλό του ο Ελληνας».

Παραδέχεται πως σκέφτηκε να επιστρέψει. Ομως «με πιάνει ένα γινάτι σαν σκέφτομαι να γυρίσω. Δεν θέλω να εγκαταλείψω τη χώρα μου. Δεν κάνω τον ήρωα, απλώς μπορώ να παλέψω ακόμη εδώ. Γιατί όλα αυτά τα αισθήματα συγχρονίζονται και με το μουσικό υλικό της χώρας μας. Αν σε πάρει στη δίνη της η ελληνική μουσική δεν μπορείς να της αντισταθείς».

Υποστηρίζει πως το να γράφει μουσική για το σινεμά είναι ευκολότερο: «Την αφορμή δίνει η εικόνα και το σενάριο. Μπαίνεις σε ένα κλίμα που καλείσαι να ενισχύσεις. Στο τραγούδι τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Πρέπει να έχεις ταλέντο στη μελοποιία, να αναδεικνύεις τον στίχο, να φτιάχνεις τη μελωδία. Το δυσκολότερο απ’ όλα είναι ότι ξεκινάς από το μηδέν. Το τραγούδι χρειάζεται μια τακτοποιημένη γυμναστική, ένα πρόγραμμα».

Στην περίπτωση των «Αστεγων» υπήρχε λόγος να παιδευτεί. «Το υβριδικό ιδίωμα, το πάντρεμα του ρεμπέτικου με το ράγκταϊμ που κατέληξε λίγο-λίγο σε ένα συμπαγή όγκο μουσικής, με απασχολούσε έντονα. Ηθελα επίσης να έχει μια αισιοδοξία, να με συνεπαίρνει προς τα πάνω ο ήχος, γι’ αυτό το περιγράφω η χαρά του πεζοδρομίου».

Συνεργασία με Νταλάρα

Με τον Γιώργο Νταλάρα που είναι βασικός ερμηνευτής του δίσκου (από ένα τραγούδι ερμηνεύουν ο Σταμάτης Κραουνάκης, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, η Ασπασία Στρατηγού, καθώς και ο ίδιος ο συνθέτης), γνωρίζονται εδώ και 15 χρόνια.

«Λάτρευα από μικρός τη φωνή του, αλλά έκανα πάντα πιο ορχηστρικά πράγματα. Στον προηγούμενο δίσκο μου, είπε δύο τραγούδια. Εδώ τον είχα στον νου μου όσο έγραφα αλλά ντρεπόμουν, δεν ήξερα πώς θα τα πάρει επειδή είναι ένα νέο είδος που θέλει ελαστικότητα χαρακτήρα και αισθητικής να το αποδεχτείς. Οταν προέκυψαν οκτώ τραγούδια ζήτησα να τα ακούσει. Βλέποντας την αντίδρασή του ενθουσιάστηκα. Καταλύτης ήταν τα βιώματα που έχει ο ίδιος από τα ρεμπέτικα. Ερχόταν στο στούντιο, δοκιμάζαμε, απορρίπταμε, είχε ιδέες που τις υιοθετήσαμε».

«Ο μόνος που μπορεί να κρίνει το λαϊκό είναι ο χρόνος»

Ζώντας για 12 και πλέον χρόνια στην Κολωνία και το Μόναχο, έχοντας γράψει μουσική σε πάνω από 15 ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, έργα για ορχήστρα και μικρότερα σύνολα που εκτελούνται σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, θα νόμιζε κανείς πως δεν έχει σαφή άποψη για το λαϊκό άκουσμα. «Πόση λαϊκότητα έχουμε σήμερα; Σίγουρα μειωμένη σε σχέση με τις δεκαετίες του ’20, του ’40, του ’50. Ετσι και το λαϊκό τραγούδι προσαρμόστηκε στην εποχή μας. Πρέπει όμως να το οριοθετήσουμε. Ο όρος ορίζεται και από το ηχόχρωμα, το μπουζούκι και το λαούτο κι από το επίπεδο, το πόσο καλό είναι ένα τραγούδι. Γιατί τα όρια από το λαϊκό στο λούμπεν και το εμπορικό είναι θολά και ο μόνος που μπορεί να το κρίνει είναι ο χρόνος».

Πότε γράφονται καλύτερα λαϊκά; «Θα ήθελα να παράγεται τέχνη υψηλού επιπέδου χωρίς να χρειάζεται να υποφέρει κανείς. Ομως οι μουσικές και τα τραγούδια που αντέχουν είναι αυτά που προέκυψαν από πόνο και πίεση».