ΜΟΥΣΙΚΗ

Επιστροφή στον… τόπο του εγκλήματος

14s4fonissa1

«Το ηχοτοπίο» μιας ηρωίδας θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς τη «Φόνισσα». Αυτό το «απόσταγμα του ηχητικού υλικού της ελληνικής παράδοσης», όπως λέει ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ευκλείδης, ενώ πατάει γερά στο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη, αποκαλύπτεται ως μια αυτόνομη από κάθε άποψη δημιουργία, ένα ολικό και σύνθετο έργο. Η «Φόνισσα» του Γιώργου Κουμεντάκη έρχεται και πάλι στην Εθνική Λυρική Σκηνή για έναν δεύτερο κύκλο παραστάσεων (από 15/4 στο Μέγαρο), μετά την κατά γενική ομολογία επιτυχημένη υποδοχή τον Νοέμβριο του 2014. Εχει ενταχθεί στο ρεπερτόριο της Λυρικής και αυτό από μόνο του είναι ένα γεγονός που εγείρει θέματα σημαντικά πέραν της μουσικής και του χειρισμού του υλικού.

«Μία από τις φιλοδοξίες μου στη “Φόνισσα” ήταν ακριβώς αυτή», λέει ο Γιώργος Κουμεντάκης. «Να βρω έναν τρόπο να συνδέσω τη μορφολογία της όπερας με κάποια από τα κύρια μορφολογικά στοιχεία της ελληνικής μουσικής παράδοσης, όπως το ισοκράτημα, η μελισματική μελοποίηση του λόγου και μια αφηρημένη προσέγγιση της μουσικής γλώσσας, αξιοποιώντας τις σχετικές δυνατότητες που ενυπάρχουν στη δομή της ελληνικής μουσικής παράδοσης».

Η αισθητική ανάγνωση της «Φόνισσας», που έχει ήδη δώσει μια νέα ηρωίδα όπερας, τη Φραγκογιαννού (που ερμηνεύουν η Ειρήνη Τσιρακίδου και η Τζούλια Σουγλάκου), είναι ένας άχρονος αχός μιας αδιόρατης αλλά αναγνωρίσιμης παράδοσης, αποχρωματισμένης από το βάρος της εντοπιότητας αλλά νομιμοποιημένης από τον μεγεθυσμένο ρυθμιστικό ρόλο που έχει δοθεί στις νόρμες της προ-νεωτερικής κοινωνίας. Αλλωστε, «η όπερα», λέει ο Γιώργος Κουμεντάκης, «ακόμη και στην πλέον κλασική της μορφή, αναζήτησε να ενσωματώσει διαφορετικές παραδόσεις: από το επιρρεπές στον εξωτισμό γαλλικό μπαρόκ μέχρι τον οριενταλισμό του Πουτσίνι. Η όπερα μπορούσε πάντα να δίνει μορφή και ήχο στο διαφορετικό και το μακρινό».

Εν προκειμένω, η «Φόνισσα», παρά τον μινιμαλισμό της, το μέτρο και την εσωτερικευμένη δύναμη, αποδεσμεύει, ακούσια ή εκούσια, έναν πέπλο εξωτισμού. Διαμεσολαβεί αναπόφευκτα η σύγχρονη ματιά του θεατή, που καλείται να απομακρύνει το πολιτισμικό επίχρισμα της δικής του νεωτερικότητας και να φτάσει στην ουσία.

Το αντικειμενικά υψηλό αποτέλεσμα οφείλεται και στην ευτυχή συνύπαρξη συνθέτη, λιμπρετίστα, σκηνοθέτη και αρχιμουσικού. Σε αυτή την περίπτωση, η σύμπραξη των Γιώργου Κουμεντάκη, Γιάννη Σβώλου, Αλέξανδρου Ευκλείδη και Βασίλη Χριστόπουλου, με σκοπό τον τοκετό ενός μείζονος έργου σύγχρονης δημιουργίας, καταγράφεται ως μία επιτυχία της Λυρικής Σκηνής, που παρείχε το πλαίσιο και την υποστήριξη. Το σκηνικό και τα κοστούμια είναι επίσης υψηλής στάθμης (Πέτρος Τουλούδης και Ιωάννα Τσάμη). Αλλά είναι και η πολλαπλή χορωδιακή διαστολή του έργου που του χαρίζει τη ζητούμενη εξισορρόπηση ανάμεσα στον εσωτερικό μονόλογο και στο δημόσιο ξέσπασμα.

«Οπως και ο Παπαδιαμάντης, που εισχωρεί στα μύχια της προαστικής κοινωνίας», λέει ο Αλέξανδρος Ευκλείδης, «έτσι και ο Κουμεντάκης, με τα υλικά του σύγχρονου μουσικού θεάτρου, επιχειρεί μια πράξη ψυχοακουστικής πατριδογνωσίας, χωρίς ιδεολογικό πρόσημο».