ΜΟΥΣΙΚΗ

«Φόνισσα», δοκιμή στην ελληνικότητα

fonissa1

Η ευκαιρία να παρακολουθήσει κανείς την παγκόσμια πρώτη παράσταση μιας καινούργιας όπερας δεν δίνεται συχνά στις μέρες μας. Πόσο μάλλον μια μεγάλη ελληνική όπερα αξιώσεων σε μια φροντισμένη παραγωγή. Οσοι βρέθηκαν στην πρώτη της «Φόνισσας» του Γιώργου Κουμεντάκη από την Εθνική Λυρική Σκηνή στην κατάμεστη Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, την Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014, είχαν αναμφίβολα επίγνωση της ιστορικότητας του γεγονότος.

Η όπερα βασίζεται στην ομώνυμη νουβέλα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η Χαδούλα, χήρα Ιωάννου Φράγκου, αλλιώς Φραγκογιαννού, είναι μια ρωμαλέα γυναίκα που βασανίστηκε τόσο πολύ από την υποχρέωση της προίκας, ώστε έφτασε να βλέπει τα κορίτσια ως μάστιγα από την οποία πρέπει να απαλλάξει τις φτωχές οικογένειες, ξεκινώντας από την ίδια την εγγονή της. Καταδιωκόμενη από την ενοχή και τις Αρχές, βρίσκει τον θάνατο παρασυρμένη από τη θάλασσα.

Η όπερα έχει δύο πράξεις, περίπου 65 λεπτά η πρώτη, 50 η δεύτερη. Είναι παραγγελία και παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Συμμετείχαν η ορχήστρα, η χορωδία (διεύθυνση Αγαθάγγελος Γεωργακάτος) και η παιδική χορωδία (διεύθυνση Μάτα Κατσούλη) της ΕΛΣ, δεκάδες μονωδοί και τετραμελές γυναικείο συγκρότημα παραδοσιακής πολυφωνίας, σε μουσική διεύθυνση Βασίλη Χριστόπουλου.Το ποιητικό κείμενο συνέγραψε ο μουσικοκριτικός Γιάννης Σβώλος, ο οποίος διατήρησε αυτούσιους τους διαλόγους του Παπαδιαμάντη, προσθέτοντας ελάχιστους καινούργιους, βασισμένους στα αφηγηματικά μέρη του πρωτότυπου.

Για τα εκτεταμένα χορωδιακά χρησιμοποιήθηκαν στίχοι από μοιρολόγια και ναναρίσματα από τη λαϊκή παράδοση. Συνολικά πέτυχε να αφηγηθεί τον βασικό κορμό της δράσης και ταυτόχρονα να ψυχογραφήσει τους χαρακτήρες και να θίξει την κοινωνιολογική διάσταση του θέματος, σε ένα κείμενο περισσότερο αφαιρετικό και υπαινικτικό, παρά δραματικά εναργές.

Βασικό σημείο διαφοροποίησης προς το λογοτεχνικό πρότυπο ήταν η τοποθέτηση της κρίσιμης καμπής στον φόνο των δύο κορών του περιβολάρη, ενταγμένου κοντά στο τέλος της Α΄ πράξης, ενώ στον Παπαδιαμάντη το έναυσμα για την τελική καταδίωξη της Φραγκογιαννούς δίνει, ειρωνικώ τω τρόπω, ο ατυχηματικός θάνατος ενός τέταρτου κοριτσιού, επεισόδιο που εδώ υποβαθμίστηκε. Η μετατόπιση αυτή προφανώς εξυπηρέτησε την αρχιτεκτονική της όπερας, αλλά ο ασαφής χειρισμός της ιδιοφυούς σύλληψης του Παπαδιαμάντη δεν αντισταθμίστηκε από μια ξεκάθαρη δραματική κορύφωση.

Σαξόφωνο αντί κλαρίνου

O συνθέτης πέτυχε έναν εμπνευσμένο συγκερασμό μινιμαλιστικής και ήπιας εξπρεσιονιστικής γραφής, χωρίς ακρότητες, μπολιασμένης με σαφή στοιχεία από την ελληνική παράδοση, κυρίως τη χρήση μουσικών θεμάτων από την παραδοσιακή αλλά και την εκκλησιαστική μουσική. Από αυτή την άποψη, η «Φόνισσα» αποτελεί μία ακόμα δοκιμή στο θέμα της ελληνικότητας, στη συνέχεια του Παύλου Καρρέρ, του Διονυσίου Λαυράγκα και του Μανώλη Καλομοίρη.

Σαφής ήταν η διάθεση να αποφευχθεί ο φολκλορισμός. Μελωδίες και μελίσματα που παραδοσιακά ακούγονται στο κλαρίνο ανατέθηκαν στο συγγενικό σαξόφωνο, επιτυγχάνοντας μιαν ελαφρά ανοικείωση, τόσο σε επίπεδο ηχοχρωμάτων όσο και εξωμουσικών συσχετισμών. Επίσης, το συγκλονιστικό σβήσιμο της πρώτης πράξης, που θα περίμενε κανείς να ακούσει από κάποιο πνευστό, αποδόθηκε από έγχορδο. Αντίστοιχα, στη σκηνή στο ξωκκλήσι, στην Α΄ πράξη, η προσευχή της Φραγκογιαννούς συνοδεύτηκε από ισοκράτημα της ανδρικής χορωδίας, εναρμονισμένο όμως με τη δυτική αρμονία και όχι με τους εκκλησιαστικούς τρόπους.

Προβλήματα ακουστικής ισορροπίας

Η σκηνή αυτή, μια κανονικότατη preghiera (προσευχή), βγαλμένη κατευθείαν από την παράδοση του belcanto, δεν ήταν το μόνο ενδιαφέρον δάνειο από τον ευρωπαϊκό 19ο αιώνα. Για να αποδοθεί το σημείο όπου –γράφει ο Παπαδιαμάντης, στην αρχή του έργου– η Φόνισσα «υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν», χρησιμοποιήθηκε ο ρυθμικά τονισμένος μελόλογος, μια τεχνική που έχει να χρησιμοποιηθεί με επιτυχία από την «Αντιγόνη» του Μέντελσον (4ο χορικό) το 1841.

Δυστυχώς η μουσική απόδοση εμποδίστηκε από προβλήματα αμιγώς ακουστικής ισορροπίας. Η τάφρος της ορχήστρας βυθίστηκε στο χαμηλότερο επίπεδο, με αποτέλεσμα ο ήχος να βγαίνει σχεδόν αποσπασματικός, ενώ η εσωτερική χορωδία τραγούδησε με μικρόφωνο που δεν λειτούργησε πάντοτε καλά, όπως στην καταληκτική σκηνή, την οποία μοιράζεται με τον γέροντα Ιωάσαφ, και όπου δεν ακούστηκε σχεδόν καθόλου.

Παρ’ όλα αυτά μπορούσαμε να εκτιμήσουμε την άρτια απόδοση όλων των συντελεστών, κυρίως του πρωταγωνιστικού ρόλου, που είναι εξαιρετικά δύσκολος. Παρά την πληθώρα των προσώπων, η «Φόνισσα» είναι μία one woman’s opera. Η πρωταγωνίστρια τραγουδά σχεδόν συνεχώς επί δύο ώρες. Την υποδύθηκε με μεγάλη επιτυχία η μεσόφωνος Ειρήνη Τσιρακίδη, με φωνή ακμαία, και για αυτό λίγο νεανική για τον ρόλο.

Την προηγούμενη μέρα είχαμε παρακολουθήσει τη γενική δοκιμή με την Τζούλια Σουγλάκου, με φωνή πιο κοντά στη λογοτεχνική ηλικία της Φόνισσας, ηχοχρωματικά και δραματικά πειστική.

Καιριότατη ήταν η συμβολή της σκηνοθετικής ομάδας: του σκηνοθέτη Αλέξανδρου Ευκλείδη, του σκηνογράφου Πέτρου Τουλούδη, της ενδυματολόγου Ιωάννας Τσάμη και του φωτιστή Βινίτσιο Κέλι, οι οποίοι αναβίωσαν με μεγάλη καλαισθησία την ελληνική επαρχία του ύστερου 19ου αιώνα. Το περιστρεφόμενο σκηνικό στο μέσον της σκηνής εξυπηρέτησε την παράσταση λειτουργικά, ενώ η Φόνισσα, συνεχώς παρούσα και αυτή στο κέντρο, βίωνε την εμπειρία σαν «ψήλωμα του νου».

Η επιτυχημένη σκηνοθεσία διατήρησε ακέραιο το ενδιαφέρον και σε σημεία που το έργο φάνηκε να μακρηγορεί (ιδίως στην αρχή της α΄ πράξης ή στο ατυχήσαν λόγω δυσλειτουργίας μικροφώνων φινάλε), ενώ συμπλήρωσε ταιριαστά το πνεύμα της μουσικής σε μία ελληνοπρεπή πολιτιστική πρόταση εξαιρετικά φροντισμένη. Ισως και εξαγώγιμη.