ΜΟΥΣΙΚΗ

Για «τον συνθέτη της ζωής του»

Για «τον συνθέτη της ζωής του»

«Οταν άνοιξα την πόρτα και είδα τον Νταλάρα, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ήταν ο τραγουδιστής που γι’ αυτόν μου είχε πει τόσο καλά λόγια ο Μάτσας. Εμοιαζε με ένα φοβισμένο παιδί και δεν μου έκανε καμία εντύπωση. Μόλις κάθισα στο πιάνο και τον άκουσα, αμέσως άλλαξα γνώμη».

Είναι η πρώτη εικόνα που σχημάτισε ο Σταύρος Κουγιουμτζής (1932-2005) σαν συνάντησε τον ερμηνευτή, στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ούτε ο Μάκης Μάτσας, ο οποίος έκανε το «προξενιό», δεν μπορούσε τότε να φανταστεί ότι οι δυο τους θα σφράγιζαν τόσες επιτυχίες. Κυρίως, ότι ο συνθέτης θα εμπιστευόταν «τη συντριπτική πλειοψηφία των τραγουδιών που έγραψε στη μουσική του διαδρομή στον Γιώργο». Ολα αυτά τα τραγούδια του «συνθέτη της ζωής του» θα ερμηνεύσει ο Γιώργος Νταλάρας σήμερα και κατόπιν στις 22 και 23 Απριλίου στην «Ακτή Πειραιώς». Στο αφιέρωμα, με τίτλο «Ασε με πάλι να σου πω», συμμετέχουν οι Θοδωρής Κοτονιάς, Βασιλική Καρακώστα και Ασπασία Στρατηγού, τρεις τραγουδιστές της νέας γενιάς.

«Ο ουρανός φεύγει βαρύς» ήταν μία από τις μεγάλες επιτυχίες, αλλά η καθιέρωση ήρθε με το «Να ’τανε το ’21». «Νύχτα με τη νύχτα γινόταν και πιο δημοφιλές, και μέσα σε λίγες εβδομάδες το τραγουδούσε όλη η Ελλάδα». Εκανε πραγματικό πάταγο, συνεχίζει ο Μ. Μάτσας, μονοπωλώντας ραδιόφωνα και τις πρώτες τηλεοπτικές εκπομπές που μόλις είχαν βγει στον αέρα. Ο ίδιος ονειρευόταν να δημιουργήσει στην εταιρεία του τον δικό του Μπιθικώτση. Οταν, λοιπόν, ο ίδιος ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, στην ανταγωνιστική Columbia του Τάκη Λαμπρόπουλου, ερμήνευσε το τραγούδι του «μικρού» σε δεύτερη εκτέλεση, ένιωσε δικαιωμένος. Η Αιμιλία Κουγιουμτζή, σύζυγος, μούσα και στήριγμα μέχρι το τέλος του δημιουργού, είχε ζήσει την ιστορία. Σε συνέντευξή της στον Ηρακλή Οικονόμου (διαδικτυακή εφημερίδα «Μουσικά προάστια»), είχε πει πως ο άντρας της με τον Μπιθικώτση ήταν πολύ φίλοι. «Του έπαιξε ο Σταύρος το “’21” κι ο Γρηγόρης του είπε: “Αυτό θα γίνει μεγάλο σουξέ!”. Οταν ήρθε ο Σταύρος στην Αθήνα, τον βρήκε ο Μπιθικώτσης και τον πήγε στην Columbia. Εκεί δεν ξέρω τι έγινε και τον άφησαν να φύγει. Ετσι όπως ήταν ταλαιπωρημένος, τον πιάνει ο Μάτσας και υπογράφει συμβόλαιο. Οταν όμως ο Λαμπρόπουλος είδε την επιτυχία των πρώτων τραγουδιών, του λέει: “Κύριε Κουγιουμτζή, φέρτε το συμβόλαιο να το σπάσουμε”, με προοπτική να τον πάρει στην Columbia με πολλά χρήματα. Κι ο Σταύρος του απάντησε: “Αυτό δεν γίνεται, γιατί δώσαμε τα χέρια με τον Μάτσα”».

Ο Νταλάρας στην πορεία ερμήνευσε τα καλύτερα του Σταύρου Κουγιουμτζή, κάνοντάς τα τεράστιες επιτυχίες: «Μη μου θυμώνεις, μάτια μου», «Κάπου νυχτώνει», «Μ’ έκοψαν, με χώρισαν στα δυο», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι», «Ηταν πέντε, ήταν έξι», «Τώρα που θα φύγεις», «Στα χρόνια της υπομονής», «Το σακάκι μου κι αν στάζει», «Το πουκάμισο το θαλασσί» κ.ά., που κέρδιζαν κάθε δεκαετία νέο ακροατήριο.

Ο Γιώργος Νταλάρας πάντα λέει πως χρωστάει πολλά στον Στ. Κουγιουμτζή και πάντα έχει τραγούδια του στα προγράμματα και στις συναυλίες του, επισήμανε εύστοχα σε τηλεοπτική εκπομπή ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Και προσέθεσε ότι ο Κουγιουμτζής «είναι από τους σημαντικότερους Ελληνες συνθέτες».

Λαϊκός και λόγιος μαζί, δεν πίεζε καταστάσεις, δεν επεδίωκε να είναι στην πρώτη γραμμή. Ηταν αληθινά σεμνός, χαμηλών τόνων και απέφευγε τις συνεντεύξεις όπως «ο διάβολος το λιβάνι». Ηταν έφηβος όταν μαγεύτηκε από τον ήχο του πιάνου και αποφάσισε να γραφτεί στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Σπούδασε μουσική σε χρόνια δύσκολα και, για να ζήσει, έπαιζε πιάνο σε νυχτερινά κέντρα της Θεσσαλονίκης και έπειτα της Αθήνας, όπου ήρθε το 1967. Ενα χρόνο αργότερα έγινε η πρώτη συνάντηση με τον Γ. Νταλάρα και η αρχή μια μεγάλης πορείας που συνδέθηκε με τον λόγο των Μάνου Ελευθερίου, Λευτέρη Παπαδόπουλου, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Κώστα Κινδύνη, Σώτιας Τσώτου, Ακου Δασκαλόπουλου κ.ά.

​​Στις 15, 22 και 23/4 στην «Ακτή Πειραιώς»