ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Σαίξπηρ εμπνέει 400 χρόνια μετά…

o-saixpir-empneei-400-chronia-meta-amp-8230-2133110

Τι συνδέει τον Σαρλ Γκουνό, τον Σεργκέι Προκόφιεφ, τον Λέοναρντ Μπέρνσταϊν με τον Λου Ριντ; Εχουν όλοι τους εμπνευστεί από την τραγική ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, των εραστών της Βερόνας, όπως τη διαμόρφωσε ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Δεν είναι οι μόνοι. Ο χώρος της μουσικής, κλασικός και ποπ, έχει εμπνευστεί αναρίθμητα έργα από τις τραγωδίες και τις κωμωδίες του «Βάρδου του Εϊβον».

Σε αυτούς, πάντως, δεν ανήκει ο «Βρετανός Ορφέας» Χένρι Πέρσελ. Τουλάχιστον όχι άμεσα. Μπορεί πίσω από την περίφημη «Βασίλισσα των ξωτικών» του να κρύβεται το «Ονειρο καλοκαιριάτικης νύχτας» και αυτό να αποτελεί μία από τις πρώτες μεταφορές σαιξπηρικού κειμένου σε μουσική. Ομως, τόσο η μουσική του για τον «Τίμωνα τον Αθηναίο» όσο και αυτή για την «Τρικυμία» γράφηκαν για θεατρικά άλλων, έστω βασισμένα στον Σαίξπηρ.

Ο Σαίξπηρ πέθανε το 1616, πριν από τετρακόσια χρόνια. Οι γεμάτοι έντονα συναισθήματα και πάθος στίχοι του έπρεπε να περιμένουν περισσότερο από ενάμιση αιώνα ώσπου να μεταφραστούν σε διάφορες γλώσσες, αλλά και προκειμένου το ιδεολογικό πλαίσιο και οι αξίες του Ρομαντισμού να στρέψουν τους συνθέτες προς αυτούς. Ο Διαφωτισμός, το κίνημα «Θύελλα και ορμή», όσοι συνθέτες προηγήθηκαν της Γαλλικής Επανάστασης ή έζησαν στον άμεσο απόηχο των μηνυμάτων της, παρέκαμψαν τον Σαίξπηρ. Ανάμεσά τους ο Μότσαρτ αλλά και ο Μπετόβεν, του οποίου η εισαγωγή στον «Κοριολανό» γράφηκε για το θεατρικό του Αυστριακού Χάινριχ Γιόζεφ φον Κολίν.

Χάιντν, Μπρίτεν, Μπερλιόζ

Το 1795, λίγο πριν ανατείλει ο 18ος αιώνας, ο Γιόζεφ Χάιντν δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα με ένα τραγούδι του, εμπνευσμένο από στίχους προερχόμενους από τη «Δωδεκάτη νύχτα». Ακολουθούν ορισμένα τραγούδια του Σούμπερτ, ανάμεσα στα οποία το αφιερωμένο «Στη Σύλβια», με στίχους από τους «Δύο άρχοντες της Βερόνας». Ωσπου το 1826, χρονιά της πτώσης του Μεσολογγίου, στα 17 του χρόνια ο μοναδικά ταλαντούχος Φέλιξ Μέντελσον συνέθεσε την έκτοτε διάσημη «Εισαγωγή» στο «Ονειρο καλοκαιριάτικης νύχτας». Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα θα παρουσιαστεί στην Αγγλία η ομότιτλη όπερα του Μπέντζαμιν Μπρίτεν, ενώ ακόμα πιο πρόσφατα, το 1993, ο Χανς Βέρνερ Χέντσε, ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς συνθέτες του 20ού αιώνα, ολοκλήρωσε την 8η Συμφωνία του, της οποίας καθένα από τα τρία μέρη είναι εμπνευσμένο από ένα επεισόδιο του «Ονείρου καλοκαιριάτικης νύχτας».

Την ίδια εποχή με τον Μέντελσον, στο Παρίσι, ο Εκτόρ Μπερλιόζ δήλωνε ότι «χτυπήθηκε σαν από κεραυνό» παρακολουθώντας τις παραστάσεις περιοδεύοντος θιάσου με έργα του Αγγλου δραματουργού. Τα έντονα συναισθήματά του εξέφρασε μέσα από θυελλώδη και πληθωρική μουσική εμπνευσμένη από τον «Αμλετ», τον «Βασιλιά Ληρ», το «Πολύ κακό για το τίποτα» και βεβαίως το δράμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, με βάση το οποίο συνέθεσε μία από τις διασημότερες δραματικές συμφωνίες του 19ου αιώνα.

Βέρντι αλλά και Βάγκνερ

Νοτιότερα, στα ιταλικά εδάφη που ακόμη αγωνίζονταν για την ενοποίησή τους, ο Τζουζέπε Βέρντι επέλεγε συχνά για τις όπερές του θέματα από σημαντικά θεατρικά έργα του Ουγκό, του Σίλερ, του Σαίξπηρ και άλλων. Η ιδέα ενός «Βασιλιά Ληρ» τον απασχολούσε, αλλά τελικά δεν καρποφόρησε. Γεννήθηκαν όμως ο «Μάκβεθ», ο «Οθέλλος» και ο «Φάλσταφ», δύο σκοτεινές και αιματηρές τραγωδίες και μια ανάλαφρη, εκπληκτικής συμπύκνωσης και οικονομίας πνευματώδης κωμωδία, που βασίζεται στις «Εύθυμες κυράδες του Ουίνδσορ» και περιλαμβάνει επίσης τον μονόλογο περί τιμής από τον «Ερρίκο Δ΄». Περίπου μισόν αιώνα πριν από τον Βέρντι οι «Εύθυμες κυράδες» είχαν εμπνεύσει στον Γερμανό Οτο Νικολάι ένα κωμικό έργο, που παραμένει μέχρι σήμερα δημοφιλές στην πατρίδα του, ενώ το 1929 το ίδιο έργο παρακίνησε τον Βρετανό Ραλφ Βον Ουίλιαμς να συνθέσει μία ακόμη όπερα. Ο «Μάκβεθ» στάθηκε επίσης αφορμή για ένα από τα διασημότερα συμφωνικά ποιήματα του Ρίχαρντ Στράους, αλλά και στον 20ό αιώνα για μία ενδιαφέρουσα όπερα από την πένα του Ελβετού Ερνέστ Μπλοκ. Ο δε «Οθέλλος» του Βέρντι έριξε άδικα σκιά στην ομότιτλη προγενέστερη όπερα του Ροσίνι, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1821, χρονιά της Ελληνικής Επανάστασης, και της οποίας οι αρετές έχουν έρθει στο φως κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Στα πρώτα του βήματα και ο Ρίχαρντ Βάγκνερ στράφηκε στον Σαίξπηρ, μετασχηματίζοντας το έργο «Με το ίδιο μέτρο» στην όπερά του «Απαγόρευση του έρωτα».

Σχεδόν ταυτόχρονα είδαν το φως δύο ακόμη δημοφιλείς όπερες Γάλλων συνθετών του 19ου αιώνα, «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαρλ Γκουνό και «Αμλετ» του Αμπρουάζ Τομά. Παραδόξως, ο συνθέτης δεν εμπιστεύεται τον ρόλο του νεαρού πρίγκιπα της Δανίας στο νεανικό ηχόχρωμα ενός τενόρου, αλλά στην ώριμη φωνή βαρύτονου. Το 1888 για τα εγκαίνια του Δημοτικού Θεάτρου της Αθήνας, η οποία τότε αριθμούσε περίπου 65.000 κατοίκους, επελέγη μια άλλη όπερα του Τομά, η τότε δημοφιλέστατη «Μινιόν», εμπνευσμένη από τον Γκαίτε.

Η ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας είναι πιθανότατα εκείνη που ενέπνευσε τους περισσότερους μουσικούς. Η «Εισαγωγή-Φαντασία» του Τσαϊκόφσκι, ο οποίος έχει συνθέσει επίσης αντίστοιχο έργο εμπνευσμένο από τον «Αμλετ», ανήκει σίγουρα στις πιο αγαπητές συμφωνικές σελίδες. Το εξίσου διάσημο ομότιτλο μπαλέτο του Προκόφιεφ δεν παρουσιάζεται μόνο σε θέατρα αλλά συχνότατα επίσης στο πλαίσιο συναυλιών συμφωνικής μουσικής, καθώς η μουσική έχει από μόνη της αξία, ανεξάρτητα από την εκάστοτε χορογραφία. Στην ελαφρότερη εκδοχή του μιούζικαλ, ο Λέοναρντ Μπέρνσταϊν εμφύσησε νέα ζωή στην υπόθεση γράφοντας το περίφημο «Ουέστ Σάιντ Στόρι», που ανέβηκε το 1957 στο Μπρόντγουεϊ. Περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα, επίσης στο Μπρόντγουεϊ, είχε παρουσιαστεί το μιούζικαλ «Φίλησέ με, Κέιτ» του Κόουλ Πόρτερ, βασισμένο στη «Στρίγγλα που έγινε αρνάκι». Και τα δύο πέρασαν στη μεγάλη οθόνη, για την οποία το 1991 ο Μάικλ Νάιμαν συνέθεσε μουσική για την ταινία «Τα βιβλία του Πρόσπερο» του Πίτερ Γκρίναγουεϊ, εμπνευσμένη από τη σαιξπηρική «Τρικυμία». Για το ίδιο έργο ο Φινλανδός Ζαν Σιμπέλιους είχε συνθέσει σκηνική μουσική ενώ ο Τσαϊκόφσκι μία ακόμη «Συμφωνική φαντασία».

Η τραγωδία «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» μετασχηματίστηκε σε όπερα από τον Αμερικανό συνθέτη Σάμιουελ Μπάρμπερ και εγκαινίασε το 1966 τη νέα στέγη της Μητροπολιτικής Οπερας της Νέας Υόρκης στο Λίνκολν Σέντερ. Τον ρόλο της βασίλισσας της Αιγύπτου ερμήνευε η Λίοντιν Πράις, επιλογή που με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο γύρισε σελίδα στη μοίρα των Αφροαμερικανών τραγουδιστών, περιθωριοποιημένων μέχρι τότε στην ίδια τους την πατρίδα.

Ο κατάλογος δεν έχει τέλος και περιλαμβάνει καθαρά ενόργανη αλλά και φωνητική μουσική και από μικρογραφίες, όπως ένα τραγούδι για φωνή και πιάνο, έως συμφωνικά έργα, όπερες και μπαλέτα. Η επέτειος των τετρακοσίων χρόνων από τον θάνατο του συνθέτη αποτελεί ιδανική αφορμή, αν τη χρειάζεται κάποιος, για να τα ανακαλύψει.

Επιλογές δισκογραφίας

Η σκηνική μουσική του Μέντελσον για το «Oνειρο καλοκαιριάτικης νύχτας» ηχογραφήθηκε το 2013 υποδειγματικά από την Ορχήστρα Γκεβάντχαους της Λειψίας υπό τον Ρικάρντο Σαγί (Decca).

Από τις αρκετές εξαιρετικές ερμηνείες του Σαρλ Μινς στη Συμφωνία «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μπερλιόζ, η έντονα δραματική του 1961 συνδυάζει ποιότητα και ήχο (RCA).

Απολαυστικός είναι ο «Φάλσταφ» του Βέρντι υπό τη διεύθυνση του Κλάουντιο Αμπάντο (DG, 2001) με τον Μπριν Τέρφελ στον κεντρικό ρόλο, καθώς ο Ιταλός αρχιμουσικός ισορροπεί άριστα την ανάλαφρη κωμική διάθεση, τον διάφανο λυρισμό και το δραματικό στοιχείο της όπερας.

Η ερμηνεία του Μραβίνσκι παραμένει η απόλυτη αναφορά στον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» του Προκόφιεφ, αλλά πιο κοντά στις μέρες μας δύσκολα αντιστέκεται κανείς στην ενέργεια του Βαλέρι Γκέργκιεφ (Philips, 1991).

Από τη γεμάτη οπερατικούς αστέρες υπερβολική εκδοχή του ίδιου του Μπέρνσταϊν στο «Ουέστ Σάιντ Στόρι», προτιμότερο παραμένει το πρωτότυπο σάουντρακ της ταινίας, με τη Νάταλι Γουντ, τον Τζορτζ Τσακίρη και τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές (Sony, 1961). H μουσική του Νάιμαν για τα «Βιβλία του Πρόσπερο» ηχογραφήθηκε από τον συνθέτη και το συγκρότημά του (Decca, 1991).