ΜΟΥΣΙΚΗ

Λεωνίδας Καβάκος, σολίστ και μαέστρος

leonidas-kavakos-solist-kai-maestros-2137074

Ως αρχιμουσικός κυρίως, παρά ως σολίστ, επέλεξε να εμφανιστεί πρόσφατα ο Λεωνίδας Καβάκος, κατά τη συναυλία που πραγματοποίησε στις 12 Μαΐου με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Διηύθυνε τρία έργα και υπήρξε σολίστ σε ένα, στο Τρίτο Κοντσέρτο για βιολί του Μότσαρτ, με το οποίο ξεκίνησε η βραδιά.

Ο διάσημος Ελληνας βιολονίστας φάνηκε να ερμηνεύει το Κοντσέρτο περισσότερο με την ασφάλεια της εμπειρίας του, παρά ύστερα από ειδική ενασχόληση για τη συγκεκριμένη συναυλία. Ετσι, κρατά κανείς κυρίως την ερμηνεία του στο αργό δεύτερο μέρος, όπου ο Καβάκος ξεδίπλωσε όλη του την τέχνη, αποδίδοντας με τρυφερότητα και ευγένεια έκφρασης τις πλατιές μελωδικές φράσεις του Μότσαρτ, αποφεύγοντας ταυτόχρονα περιττούς συναισθηματισμούς. Σε όλο το έργο η ορχήστρα τον στήριξε με ωραίο ήχο και ταχύτητες οι οποίες προσαρμόζονταν στις δικές του επιλογές: συνοδεία μάλλον παρά διεγερτικά σπινθηροβόλος διάλογος ανάμεσα στον σολίστα και στο σύνολο.

Την ευφρόσυνη διάθεση μετέβαλε πλήρως το «Ελεγειακό νανούρισμα» του Φερούτσο Μπουζόνι, το «Νανούρισμα ενός άνδρα πάνω από το φέρετρο της μητέρας του», όπως εξηγεί ο υπότιτλος του έργου. Με έμφαση στην ποιότητα του ωραίου ήχου δόθηκε η πένθιμη λικνιστική μουσική, όπου διακριτικές πινελιές ήχων από άρπα και τσελέστα ξεπροβάλλουν μέσα από το σώμα των εγχόρδων, προσφέροντας μικρές λάμψεις φωτός στην κατά τα λοιπά σκοτεινή ατμόσφαιρα του έργου.

Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακολούθησαν οι περίφημες «Εικόνες από μία έκθεση» του Μόντεστ Μούσοργκσκι στην πιο γνωστή από τις ενορχηστρώσεις τους, την οποία πραγματοποίησε ο Μορίς Ραβέλ (1922). Η επιτυχία της γεμάτης φαντασία και ευρηματικότητα δουλειάς του έχει ως αποτέλεσμα να έχει ταυτιστεί αξεδιάλυτα με την πρόταση του Ραβέλ η ξεχωριστή ατμόσφαιρα κάθε μουσικού πίνακα. Ο Λεωνίδας Καβάκος επέλεξε να αποδώσει τη μουσική προσεκτικά, χωρίς ιδιαίτερα ρίσκα σε «εικόνες» έντονης μουσικής δράσης, όπως ο «Κήπος του Κεραμεικού», τα «Κλωσσόπουλα» ή η «Αγορά της Λιμόζ». Η ερμηνεία ζωντάνεψε προς το τέλος, στην «Καλύβα της Μπαμπα-Γιάγκα», και απέκτησε αναμενόμενα διθυραμβικούς τόνους στη «Μεγάλη πύλη του Κιέβου». Θαυμάσιοι μουσικοί στο άλτο σαξόφωνο,  στην τρομπέτα, στην τούμπα και σε άλλα όργανα με σολιστικό ρόλο συνεισέφεραν στη θετική εικόνα.