ΜΟΥΣΙΚΗ

Ποιητική 4η Μάλερ από τον Μ. Οικονόμου

poiitiki-4i-maler-apo-ton-m-oikonomoy

Αντί της Πέμπτης Συμφωνίας του Μάλερ υπό τη διεύθυνση του Στέφανου Τσιαλή, κατά την τελευταία εμφάνισή της στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» στις 3 Ιουνίου η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ερμήνευσε την Τέταρτη Συμφωνία του ίδιου συνθέτη υπό τη διεύθυνση του Μιχάλη Οικονόμου. Αιτία για την αλλαγή, η ασθένεια του καλλιτεχνικού διευθυντή της ορχήστρας.

Η βραδιά ήταν ισχνή ως προς τη διάρκεια, καθώς η Συμφωνία δεν ξεπερνά σε διάρκεια τη μία ώρα. Ωστόσο, αποδείχτηκε μία από τις πλέον επιτυχημένες της φετινής περιόδου, καθώς ο Οικονόμου απέσπασε από την ορχήστρα αφενός μία ενδιαφέρουσα ερμηνεία, αποσαφηνίζοντας τη δραματουργία του έργου, αφετέρου ωραίο ήχο από όλες τις ομάδες ιδιαίτερα των εγχόρδων, στοιχείο διόλου αυτονόητο στην Κρατική, αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο σε ένα έργο που μιλά για την «επουράνια ζωή».

Ο Οικονόμου ανέδειξε από την αρχή την κυρίαρχη διάθεση «παιδικής αθωότητας», επιλέγοντας σχετικά σβέλτη ταχύτητα. Πέτυχε έναν ήχο διάφανο και ελαφρύ, παρότι τα πρώτα βιολιά δεν διέθεταν πάντοτε ευελιξία και καθαρότητα, στοιχεία που θα βοηθούσαν. Κυρίως, αποσαφήνισε τις διαφορετικές παραγράφους της μουσικής, οι οποίες σκίαζαν την κυρίαρχη φωτεινή διάθεση και έθεταν σε διάλογο τα συναισθήματα. Φάνηκε ότι γνώριζε τον τρόπο να αποσπά από την ορχήστρα ό,τι χρειαζόταν κάθε φορά, από το πιο εκκωφαντικό φορτίσιμο έως φράσεις μεγάλης γλυκύτητας.

Στο δεύτερο μέρος οι θαυμάσιες επιδόσεις των ξύλινων πνευστών, κυρίως του ομποΐστα Δημήτρη Βάμβα και του κλαρινετίστα Στάθη Κιοσόγλου, προστέθηκαν σε αυτές των κόρνων, τα οποία είχαν διακριθεί ήδη στο πρώτο μέρος του έργου. Στο δεύτερο μέρος εμφανίζεται ο «φίλος μας» ο θάνατος.

Ο Μάλερ προβλέπει τη διάβρωση της ανέμελα αισιόδοξης διάθεσης, την οποία ο Οικονόμου ανέδειξε με επιτυχία μέσα από την εύπλαστη διαμόρφωση των μουσικών φράσεων, τις μικρο-καθυστερήσεις και τους ανεπαίσθητους τονισμούς σε χαρακτηριστικά σημεία. Στο αργό τρίτο μέρος δόθηκε η μάλλον σπάνια ευκαιρία να απολαύσει κανείς έναν ωραίο και πλούσιο ήχο από τις βιόλες και τα τσέλα –ξεχώρισαν οι συνεισφορές των Πάρι Αναστασιάδη και Γιάννη Τσιτσελίκη, αντίστοιχα– με την υπαινικτική αντιστικτική στήριξη των κοντραμπάσων. Το τραγούδι του τελευταίου μέρους αποδόθηκε από την υψίφωνο Μυρσίνη Μαργαρίτη: δύσκολα θα φανταζόταν κανείς φωνή πιο ταιριαστά φωτεινή και αέρινη.