ΜΟΥΣΙΚΗ

Η μουσική του Μπαχ πέρα από την τεχνική

Η μουσική του Μπαχ πέρα από την τεχνική

Στο πλαίσιο εβδομάδας με τίτλο «Τα πολλά πρόσωπα του Γιόχαν Σεμπάστιαν», στις 3 Μαρτίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» η πιανίστρια Λίλια Μπογιατζίεβα απέδωσε τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ. Η περίφημη άρια με τις τριάντα παραλλαγές, που εκδόθηκαν το 1741, γράφτηκε για τσέμπαλο με δύο πληκτρολόγια αλλά ακόμα και σήμερα αποδίδεται συχνά σε πιάνο, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζεται σε μεγάλες αίθουσες συναυλιών, όπου η ένταση του ήχου έχει αποφασιστική σημασία.

Προφανώς, το ίδιο το όργανο προσδιορίζει την ερμηνεία. Κατ’ αρχάς, η εκδοχή για πιάνο έχει τις πρόσθετες τεχνικές δυσκολίες της μεταγραφής ενός έργου, το οποίο στην αρχική του μορφή προϋποθέτει δύο πληκτρολόγια. Επιλέγοντας το σύγχρονο όργανο, η Μπογιατζίεβα αξιοποίησε όλες τις δυνατότητες ηχοχρωμάτων και δυναμικής που της δίνει το πιάνο και τις οποίες ο Μπαχ ίσως να μην μπορούσε καν να φανταστεί. Αυτό σημαίνει, κυρίως, ότι προσέγγισε τη μουσική μέσα από την αισθητική που προσδιορίζει ο στρογγυλός, χωρίς γωνίες ήχος του σύγχρονου οργάνου και τις συστολές και διαστολές στη χρονική διάρκεια τις οποίες επιτρέπει, στοιχεία που θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να πραγματοποιηθούν στο τσέμπαλο. Χαρακτηριστική ήταν η ιδιαίτερα αργή έκθεση του «θέματος», δηλαδή της αρχικής άριας («σαραμπάντα»).

Βεβαίως, σημασία δεν έχει μονάχα το όργανο αλλά κυρίως το τι κάνει κανείς με αυτό. Προφανέστατα μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει έξοχες ερμηνείες σε σύγχρονα πιάνα όπως άλλωστε και ελάχιστα ενδιαφέρουσες σε ιστορικά όργανα, καθώς το αποτέλεσμα κρίνεται από τη μουσική αντίληψη και την ευφυΐα του εκάστοτε ερμηνευτή. Η Μπογιατζίεβα φάνηκε να ελέγχει πλήρως το υλικό της, να έχει σαφή τη συνολική εικόνα των παραλλαγών, ως έργου ενιαίου και όχι ως ατέρμονη παράθεση πολύτιμων λίθων. Κάθε παραλλαγή είχε τον δικό της χαρακτήρα, αλλά στο πλαίσιο ενός έργου με αρχή, μέση και τέλος, όπως το συνέλαβε ο Μπαχ και όπως το ανέδειξε η Μπογιατζίεβα. Ενός έργου, που κτίζεται σταδιακά μέσα από κάθε παραλλαγή, η οποία σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά με το επίμονο βάσιμο πάνω στο οποίο δομείται και πολύ λιγότερο με τη μελωδία της αρχικής άριας.

Από μόνη της η απόδοση ενός έργου με διάρκεια που αγγίζει τα ενενήντα λεπτά αποτελεί άθλο. Η τεχνική επάρκεια και η δεξιοτεχνική αρτιότητα, σε ένα μουσικό κείμενο από τα απαιτητικότερα της πιανιστικής φιλολογίας, αξίζουν θαυμασμό. Η διαύγεια στις ζωηρές παραλλαγές-αναφορά στις «Ασκήσεις» του Ντομένικο Σκαρλάτι, η σαφήνεια και η ευγένεια της άρθρωσης, προσέθεσαν στην πνευματική καθαρότητα της μουσικής.