ΜΟΥΣΙΚΗ

Πρωτοχρονιά με αβέβαιο μέλλον

11

Η σειρά των εορταστικών συναυλιών με αφορμή τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά ολοκληρώθηκε στις 4 Ιανουαρίου με την «πρωτοχρονιάτικη» συναυλία των Μουσικών της Καμεράτας. Σε απόλυτη αντιστοιχία με το βιεννέζικο πρότυπο, πραγματοποιήθηκε στην εγχώρια αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» και περιλάμβανε αποκλειστικά έργα του Γιόχαν Στράους του νεότερου. Μοναδική εξαίρεση η εισαγωγή από την όπερα «Οι εύθυμες κυράδες του Ουίνδσορ» του Οτο Νικολάι, η οποία άνοιξε τη βραδιά.

Είναι φανερό ότι το εδώ και δεκαετίες εμπορικά επιτυχέστερο event ελαφράς κλασικής μουσικής στον κόσμο έχει το κοινό του, το οποίο δεν εξαντλείται στα 50 εκατομμύρια τηλεθεατών σε 92 χώρες. Οπως γνωρίζει άριστα όποιος έχει διαβεί έστω και μία φορά το κατώφλι θεατρικής αίθουσας ή αίθουσας συναυλιών, η εμπειρία του «ζωντανού» γεγονότος δεν συγκρίνεται με την τηλεοπτική μετάδοσή του. Ενα από τα βασικά στοιχεία είναι η συμμετοχή του κοινού, η οποία στο συγκεκριμένο event παίρνει απολύτως πρακτική μορφή μέσα από τα ρυθμικά χειροκροτήματα κατά τη διάρκεια του «Εμβατηρίου Ραντέτσκι». Υπάρχουν άνθρωποι που προσέρχονται στη συναυλία ακριβώς για αυτά τα προγραμματισμένα «εκτός προγράμματος» τελευταία πέντε λεπτά της βραδιάς, για τη χαρά που προσφέρει αυτή η θετική εκτόνωση, την οποία η μουσικοκριτική συνήθως κοιτά αφ’ υψηλού. Δύο ώρες μουσικής θαλπωρής με γνωστές μελωδίες προσέφεραν, λοιπόν, οι Μουσικοί της Καμεράτας υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου, ο οποίος και στο παρελθόν έχει αποδείξει ότι γνωρίζει τον τρόπο να αφαιρεί από το συγκεκριμένο ρεπερτόριο τα πολλά σιρόπια διατηρώντας τη σαγήνη του.

Βλέποντας τους μουσικούς στη σκηνή και διαβάζοντας τα ονόματα στην έντυπη σελίδα που διανεμήθηκε, διερωτάται κανείς πόσοι από αυτούς τους φερόμενους ως Μουσικούς της Καμεράτας προέρχονται από τη μέχρι πρόσφατα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής και τι γίνεται τελικά με αυτή την ιστορία.

Για πόσο καιρό ακόμα θα σέρνονται ανεπίλυτα τα διοικητικά και οικονομικά προβλήματα μιας ορχήστρας, η οποία σήμερα και παρά τις αντιξοότητες είναι πιο δημοφιλής από ποτέ, όπως επιβεβαίωσε ακόμα μία φορά η γεμάτη αίθουσα. Μιας ορχήστρας, που σήμερα και χάρη στον συγκεκριμένο διευθυντή της απέκτησε στίγμα και έχει διεθνή παρουσία, όπως καμία άλλη ελληνική ορχήστρα. Πέτυχε, δηλαδή, εκεί όπου ακόμα και ο παλαιότερος εαυτός της είχε αποτύχει, παρά τους εισαγόμενους διάσημους καλλιτεχνικούς και επίτιμους διευθυντές, παρά τη σκανδαλώδη «άνεση» εποχών παχειών αγελάδων και τις περιστασιακές δισκογραφικές παραγωγές, χωρίς προοπτική. Θα φέρει άραγε το 2018 τη λύση;