ΜΟΥΣΙΚΗ

Εθνική μουσική υπογραφή από τη Συμφωνική της Πράγας

ethniki-moysiki-ypografi-apo-ti-symfoniki-tis-pragas-2256420

Μια γεύση «αυθεντικού» πήρε η Αθήνα στις 22 Μαΐου, χάρη στη Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας και την εμφάνισή της στην «Αίθουσα Φίλων της Μουσικής», η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την πρεσβεία της Τσεχικής Δημοκρατίας.

Ακόμα και σήμερα, σε μία εποχή που σε όλο τον κόσμο οι ορχήστρες τείνουν προς ένα κοινό αισθητικό ιδεώδες ήχου, η συγκεκριμένη διατηρεί ποιότητες που την κάνουν να ξεχωρίζει, τόσο ως προς τον ίδιο τον ήχο όσο και ως προς την ερμηνεία του «εθνικού» της ρεπερτορίου, τα έργα του Σμέτανα και του Ντβόρζακ, που παρουσίασε στην Αθήνα. Το σύνολο ιδρύθηκε το 1934 και όχι συμπτωματικά παρέμεινε σχεδόν σε ολόκληρη τη πορεία του υπό την καθοδήγηση σπουδαίων Τσέχων αρχιμουσικών, όπως οι Βάτσλαφ Σμέτατσεκ και Γίρζι Μπελοχλάβεκ.

Ετσι, ο ήχος των εγχόρδων, ενώ είναι εστιασμένος και διαθέτει όγκο, δεν είναι αδιάφορα στρογγυλός και «ωραίος», αλλ’ αντίθετα διαθέτει την απαραίτητη αιχμηρότητα, η οποία χαρίζει στις μουσικές φράσεις καθαρά περιγράμματα και αναδεικνύει πολύ σαφέστερα τη δραματουργία της μουσικής. Ο Πετρ Αλτριχτερ, ο οποίος τη διηύθυνε στην Αθήνα και υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής της ορχήστρας τα έτη 1990-92, έδειξε τον τρόπο.

Η βραδιά ξεκίνησε με τον «Μολδάβα», το εμβληματικό αυτό συμφωνικό ποίημα του Σμέτανα, στην ερμηνεία του οποίου η τσεχική ορχήστρα συνεργάστηκε με μέλη της Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης (MOYSA). Η μουσική κύλησε αβίαστα, αναπτύσσοντας με φυσικότητα το διάσημο, διαρκώς εμπλουτιζόμενο μουσικό θέμα και αφηγούμενη την πορεία του ποταμού σε επεισόδια οργανωμένα με αυτονόητο τρόπο. Ακολούθησε το δημοφιλές Κοντσέρτο για βιολί του Μέντελσον με σολίστα τον Σίμο Παπάνα. Η ερμηνεία του, κάθε άλλο παρά συμβατική, ανέδειξε ενδιαφέρουσες όψεις της μουσικής και υπήρξε συνολικά πειστική. Αντί ενός ομοιογενούς, γενναιόδωρα μεγάλου ήχου, ο βιολονίστας αναζήτησε την έκφραση κάθε επιμέρους παραγράφου, χωρίς όμως να διαταράξει την ενότητα καθενός από τα τρία μέρη του έργου. Κινήθηκε ανάμεσα σε ακραίες θέσεις δυναμικής, από τα όρια της σιωπής έως τα μεγάλα ξεσπάσματα, επιτυγχάνοντας σε ορισμένα σημεία, ειδικά του τρίτου μέρους, την εντυπωσιακή διαφάνεια και λεπτότητα για την οποία ξεχωρίζει η μουσική του Μέντελσον. Χειρίστηκε με ιδιαίτερη πλαστικότητα την ταχύτητα, δίνοντας ακόμα μεγαλύτερη ορμή σε ορισμένα από τα ζωηρά μέρη. Η ορχήστρα τον στήριξε άριστα, όμως αφήνοντάς του σαφώς την πρωτοβουλία στη διαμόρφωση της έκφρασης.

Η δική της στιγμή ήρθε στο δεύτερο μέρος, όταν ερμήνευσε τη Συμφωνία «του Νέου Κόσμου» του Ντβόρζακ. Η προφανής εξοικείωση με το δημοφιλές αυτό έργο, είχε ως συνέπεια μία ερμηνεία που κύλησε απρόσκοπτα. Η διαμόρφωση των φράσεων, οι τονισμοί χαρακτηριστικών σημείων, η συνεχής αναπροσαρμογή της ταχύτητας, όλα συνέβαλαν στην ανάδειξη της δραματουργίας της μουσικής, ενώ τα εξαιρετικά πνευστά, ξύλινα και χάλκινα, ολοκλήρωσαν το υποδειγματικό αποτέλεσμα.