ΜΟΥΣΙΚΗ

Πολλαπλά αμήχανο ξεκίνημα για την Κρατική Ορχήστρα

pollapla-amichano-xekinima-gia-tin-kratiki-orchistra-2277842

Ιδιαίτερη προτίμηση δείχνουν τους τελευταίους μήνες οι κρατικές μας ορχήστρες στα Κοντσέρτα του Ντβόρζακ. Τον Ιούλιο η Κρατική της Θεσσαλονίκης έπαιξε στο Ηρώδειο εκείνο για τσέλο και η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ) το Κοντσέρτο για βιολί. Ούτε τρεις μήνες μετά η ΚΟΑ έκρινε ως καταλληλότερο το ίδιο Κοντσέρτο για τσέλο για την εναρκτήρια συναυλία της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 5 Οκτωβρίου. Μια συναυλία της οποίας ο τίτλος ήταν «Ο Σκαλκώτας και οι σύγχρονοί του».

Ως «σύγχρονος» προτάθηκε ο εξής ένας, ο Aντον Βέμπερν, κατά 20 χρόνια πρεσβύτερος του Σκαλκώτα. Εκπροσωπήθηκε δε από τη νεανική, μόλις δεκάλεπτης διάρκειας υστερορομαντική «Πασακάλια», που εκδόθηκε όταν ο Σκαλκώτας ήταν 4 ετών και παραμένει ελάχιστα αντιπροσωπευτική της μουσικής ταυτότητας για την οποία ο Βέμπερν πέρασε στην Ιστορία. Οπως ελάχιστα αντιπροσωπευτική του Σκαλκώτα είναι η «Κλασική συμφωνία» του 1947, ξεχωριστό και πολύ ιδιαίτερο έργο, από το οποίο απουσιάζουν παντελώς βιολιά, βιόλες και τσέλα. Δεν είναι το μόνο του είδους, ούτε πρώτο. Διασημότατο προγενέστερο παράδειγμα αποτελεί η «Μουσική για τα βασιλικά πυροτεχνήματα» του Χέντελ στην πρωτότυπη ενορχήστρωσή της, από την οποία λείπουν τελείως τα έγχορδα, έπειτα από απαίτηση του βασιλιά Γεωργίου της Αγγλίας. Με αναφορές στην τζαζ, στη μουσική για τον κινηματογράφο και στη μουσική του Μεσοπολέμου, η «Κλασική συμφωνία» του Σκαλκώτα μοιάζει με εκτενές εγκεφαλικό ευφυολόγημα, που απευθύνεται σε κοινό με ειδικό ενδιαφέρον. Παρουσιάστηκε στην κριτική επιμέλεια του μουσικολόγου Γιάννη Σαμπροβαλάκη. Ο συνθέτης αποδεικνύεται ευφυής ενορχηστρωτής, καθώς περιορίζει την αίσθηση της «μπάντας» μονάχα στα μέρη της Συμφωνίας που προσδιορίζονται ως «εμβατήρια». Αλλού, το ακρόαμα υπήρξε περισσότερο ενδιαφέρον. Και θα ήταν ακόμα πιο πολύ, εάν η ορχήστρα, υπό τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού της διευθυντή Στέφανου Τσιαλή, δεν έπαιζε συνεχώς δυνατά. Επίσης, εάν ήταν καλύτερα συντονισμένη θα αποσαφήνιζε τις ενότητες του έργου και την ξεχωριστή ταυτότητα καθεμιάς.

Ενταση και βιασύνη προσδιόρισαν επίσης την ερμηνεία του Κοντσέρτου του Ντβόρζακ. Ορχήστρα και αρχιμουσικός βρίσκονται, ίσως, ακόμα στη διάθεση των καλοκαιρινών συναυλιών τους με ροκ μουσική σε ανοιχτούς χώρους, όπου η ταχύτητα και κυρίως η μεγάλη ένταση όχι μόνον αρκούν αλλά είναι τα κυρίως ζητούμενα. Ετσι, λοιπόν, ακούστηκε ένα τευτονικός, ορμητικός Ντβόρζακ, όπου οι «χοροί» του τρίτου μέρους έμοιαζαν περισσότερο με εμβατήρια. Στην ηχητική δίνη ειδικά του πρώτου μέρους βυθιζόταν συχνά ο εξαίρετος Λιθουανός τσελίστας Ντάβιντ Γκέρινγκας. Παρά τη διαρκή πάλη του με την ορχήστρα, κατέχοντας εμφανώς τα μυστικά του έργου, με μεγάλη μουσικότητα και ευαισθησία, ο Γκέρινγκας έδωσε μία υποδειγματική ανάγνωση και ένα ιδιαίτερα ποιητικό αργό μέρος. Εκτός προγράμματος το κοινό τον απόλαυσε σε τρία ακόμα σύντομα κομμάτια.