ΘΕΑΤΡΟ

Ζούμε μια περίοδο πολιτικής παρακμής

Ζούμε μια περίοδο πολιτικής παρακμής

Στην οδό Αμοργού 20 στην Κυψέλη, σε μια γειτονιά με πολλές σβηστές δημόσιες λάμπες, σκουπίδια και μουντζουρωμένους τοίχους, ένας καλοκουρδισμένος θίασος παίζει στο «Χώρα» τον «Συμβολαιογράφο» του Αλέξανδρου Ρ. Ραγκαβή σε διασκευή και σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια. Μια ιστορία που διαδραματίζεται στην Κεφαλονιά του 19ου αιώνα, σε μια εποχή με κοινωνικοπολιτικές αναταράξεις που θυμίζουν το σήμερα, με τον Σταμάτη Φασουλή στον ομώνυμο ρόλο του άπληστου συμβολαιογράφου σιόρ Τάπα. «Η ιδέα μου ήταν πως ένας άνθρωπος που φτάνει στα όρια του γελοίου για να αποκτήσει χρήματα, σηκώνει ανάστημα όταν χάνει κάτι ουσιαστικό όπως η αγάπη της κόρης του. Αυτό ακριβώς με ενδιέφερε: πώς μπορεί το απεχθές να αποκτήσει ανθρώπινη υπόσταση».

– Η ιστορία του «Συμβολαιογράφου» διαδραματίζεται δύο αιώνες πριν, σε μια κοινωνία που σύρεται σε μια πολιτική και ηθική παρακμή. Σας ενδιέφερε ο παραλληλισμός με το σήμερα;
– Κατ’ αρχάς ήταν η διασκευή του Πέτρου Ζούλια, γιατί δεν είναι εύκολη η θεατρική μεταφορά του κειμένου του Ραγκαβή. Επειτα ήταν ο ρόλος του Τάπα και βέβαια η ομοιότητα με την εποχή. Είναι πολύ πιο σημαντικό να μιλάς για την εποχή σου με παραβολές. Πάντως, ποτέ δεν ξέρεις γιατί έρχεται το κοινό. Γι’ αυτό έχουμε αγωνία μέχρι την πρεμιέρα. Πολλές φορές το κοινό οδηγεί το θέατρο, σπάνια το κοινό οδηγείται από το θέατρο. Νομίζω ότι το θέατρο οδηγεί τους συναδέλφους στο να αλλάξουν. Π.χ. το «Αμόρε» άλλαξε τον θεατρικό χάρτη επηρεάζοντας ένα μέρος του κοινού, αλλά και μία γενιά ηθοποιών και σκηνοθετών.

– Στην προηγούμενη συνέντευξή μας, μου είχατε πει: «Δεν λέω ότι δεν έχει καλές προθέσεις ο κ. Τσίπρας, αλλά έχει πλήρη ανικανότητα η κυβέρνηση». Είστε ακόμη τόσο ανεκτικός;
– Καθόλου. Η κουβέντα τους «ή αυτοί ή εμείς» φοβάμαι ότι θα είναι «ή αυτοί ή αυτοί».

– Στα νιάτα σας υποστηρίζατε το ΚΚΕ Εσωτερικού.
– Ας μην το αναφέρουμε καλύτερα. Με αυτήν την κυβέρνηση αισθάνεσαι ένοχος που κάποτε υπήρξες αριστερός. Ζούμε μια πολιτική παρακμή με πι κεφαλαίο.

– Και το επίπεδο του δημόσιου λόγου την καθρεφτίζει, αλλά και την επαυξάνει.
– Δεν έχει ραγίσει το γυαλί της γλώσσας, έχει σπάσει. Τα ελληνικά είναι αυτό που λέμε σπασμένα ελληνικά. Δεν είναι μόνο ότι αγνοούν τη γραμματική και είναι γεμάτη βαρβαρισμούς και σολοικισμούς, μιλούν μια γλώσσα εντελώς άχρωμη. Είναι σαν να ακούς λόγο γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες. Η καλή γλώσσα δεν είναι μόνο θέμα παιδείας, αλλά ενστίκτου και επιπέδου, τοπίου ψυχής.

– Σε αυτό το κλίμα έχουμε και τον θεατρικό πληθωρισμό. Εχει μια αισιόδοξη πλευρά, αλλά και μια ανησυχητική – απλήρωτη εργασία και πρόβες, ποσοστά, τρεις και τέσσερις δουλειές για 500 ευρώ. Υπάρχει, τουλάχιστον, δημιουργικό αποτέλεσμα;
– Από το να κάθεται ένας ηθοποιός σπίτι του, να μαραζώνει που δεν έχει δουλειά και να στάζει δηλητήριο για όσους έχουν, είναι προτιμότερο να εργάζεται. Και η γενιά μου έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει. Οι δυσκολίες τότε ήταν πολύ περισσότερες επειδή δεν υπήρχε θέατρο έξω από το κέντρο. Αν δεν πήγαινες να ζητήσεις δουλειά στο κέντρο, δεν υπήρχες πουθενά. Εμείς, από απερισκεψία, φαντασία, αυτοπεποίθηση, από νιάτα, από παιδεία, αποφασίσαμε ότι δεν υπάρχει αυτό και κάναμε κάτι άλλο. Εγώ δούλευα στον εκδοτικό οίκο «Ολκό» του Καρκαγιάννη και του Μαυρομμάτη. Ο Μηνάς Χατζησάββας δούλευε σε άλλον εκδοτικό οίκο. Συναντιόμασταν στον δρόμο κουβαλώντας βιβλία από το ένα βιβλιοπωλείο στο άλλο. Οι πιο βασταγεροί δούλευαν στις οικοδομές.

– Είχατε δύο χρόνια να παίξετε. Απογοητευθήκατε που ο «Μπαμπάς» (ένα έργο με θέμα την άνοια) δεν πήγε καλά;
– Με έπιασε ένα παράπονο. Ηταν μια μεγάλη αποτυχία που μου στοίχισε, αν και το οικονομικό βάρος το ανέλαβε η παραγωγή. Ομως, ένιωσα πως έκανα κάτι που δεν αφορούσε κανέναν, ότι αυτό που προτείνω σαν παίξιμο δεν μετράει. Στη σκηνή μου αρέσει να μιλάς φυσικά, να νομίζουν ότι είσαι με μια παρέα. Αν θέλουν κάτι πιο πεποιημένο, εγώ δεν έχω τι να κάνω εκεί. Αποφάσισα να παίζω μόνο κάτι που θα με συγκινεί πολύ, με όρους πιο χαμηλούς, σε ένα θέατρο πιο απομακρυσμένο, με μικρότερο μπάτζετ. Είμαι πια σε μια ηλικία που μπορώ να διαλέγω.

– Επειτα από 46 χρόνια στη σκηνή έχετε ακόμη ανασφάλειες;
– Εχω φοβερές ανασφάλειες, αλλά και φοβερές σιγουριές. Οπως έλεγε ο Μίνως Βολανάκης για τον εαυτό του, έτσι και εγώ: «Κύριοι, πάσχω από ένα αίσθημα ανωκατωτερότητας».

– Τη δεκαετία του ’80 έως τις αρχές του ’90, όταν ζούσατε ακόμη στον περιφερειακό του Λυκαβηττού, ήσασταν πιο εξωστρεφής, κοινωνικός, κάθε βράδυ έξω. Είστε πλέον πιο μοναχικός;
– Ηταν ένα κομμάτι μου που τελείωσε. Αυτό που θεωρούσαμε διασκέδαση τότε, έγινε κούραση και σχεδόν απέχθεια. Ετσι έφυγα και ζω στα Βριλήσσια. Εχω τους φίλους μου, έρχονται, μου αρέσει η μαγειρική, είναι μεγάλη χαλάρωση και ευχαρίστηση. Αλλά και όταν είμαι μόνος περνάω καλά, διαβάζω πολύ. Αν δεν έχω το θέατρο, έχω πρόβες. Ολο τον χειμώνα κάτι κάνω, σκηνοθεσίες ή μετάφραση ενός έργου, κρατάω μόνο δύο μήνες το καλοκαίρι χωρίς να κάνω τίποτα. Οταν μπαίνω στο σπίτι μου, δεν υπάρχει το θέατρο, και στο θέατρο όπως πάω, δεν υπάρχει το σπίτι μου. Οταν πέθανε η μητέρα μου, πήγα και έκανα πρόβα. Τι να έκανα, να καθόμουν στο σπίτι και να χτύπαγα το κεφάλι μου γιατί η μητέρα μου ήταν στο ψυγείο; Γι’ αυτό κάνουμε θέατρο, για να φεύγουμε από τα βάσανα της ζωής.

​​Ο Σταμάτης Φασουλής πρωταγωνιστεί στον «Συμβολαιογράφο» στο θέατρο Χώρα, σκηνοθετεί τις «Μάγισσες της Σμύρνης» στο Παλλάς, την «Τζάσμιν» στο Διάνα, ενώ το «Αrt» παίζεται σε δική του μετάφραση στο Μικρό Παλλάς.