ΘΕΑΤΡΟ

Ρεαλισμός για γερούς παίκτες

1--125

Τα βράδια στην υποβαθμισμένη, άναρχης δόμησης, βιομηχανική περιοχή του Ελαιώνα ελάχιστοι κυκλοφορούν. Κλειστές οι βιοτεχνίες, οι μεταφορικές εταιρείες, οι αποθήκες. Τοπίο και ατμόσφαιρα φέρνουν στο μυαλό ταινίες που έχεις δει, του ιταλικού νεορεαλισμού, του cinema verite, και άλλες που θα μπορούσαν να γυριστούν σε αυτό το τοπίο ερημιάς και εγκατάλειψης. Στο μέσον του πουθενά, στη γωνία των οδών Αγίας Αννης και Μικέλη, φώτα και κόσμος. Στην παλιά αποθήκη που είναι σήμερα το θέατρο Cartel παίζεται το «Ανθρωποι και ποντίκια» (1937) του Τζον Στάινμπεκ. Για την ακρίβεια, μια ελεύθερη μεταφορά της γνωστής νουβέλας στη σημερινή πραγματικότητα (της Σοφίας Αδαμίδου). Οχι σε μια φάρμα στη Σολεντάντ της Καλιφόρνιας στα χρόνια του μεγάλου Κραχ, αλλά σε μια μάντρα ανακύκλωσης, σήμερα. Επτά άνδρες, του εξαθλιωμένου, περιθωριακού τμήματος της εργατικής τάξης που ο Μαρξ ονόμασε λούμπεν προλεταριάτο, ζουν κι εργάζονται εκεί, για ένα ισχνό μεροκάματο, ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεβάτι.

Οταν κλείνουν τα φώτα, η σιδερένια συρόμενη πόρτα του θεάτρου ανοίγει στον δρόμο. Στο άνοιγμά της, στέκονται δύο άνδρες – ρίχνουν ξύλα σ’ ένα βαρέλι κι ανάβουν φωτιά για να ζεσταθούν. Μιλούν για τη δουλειά που θα πιάσουν την επόμενη μέρα. Είναι ο Βασίλης (Βασίλης Μπισμπίκης) και ο Λένος (Δημήτρης Δρόσος), περιφερόμενοι εργάτες, χωρίς σπίτι και οικογένεια. Ο πρώτος προστατεύει τον δεύτερο, που είναι διανοητικά καθυστερημένος και με μανία για ό,τι είναι απαλό στην αφή, ποντίκια, κουνέλια, κουταβάκια. Τα χαϊδεύει τόσο επίμονα, που στο τέλος τα σκοτώνει. Αθώος σαν παιδί, μόνιμη πηγή μπελάδων, αλλά και η «οικογένεια» για τον Βασίλη, ο Λένος έχει μία ακόμη εμμονή: θέλει να ακούει τον Βασίλη να του αφηγείται πώς θα είναι το σπιτάκι και το κτήμα που θα πάρουν όταν μαζέψουν χρήματα – ένας παράδεισος με ζώα και οπωροφόρα και λαχανικά, όπου θα ζουν ήσυχα, μακριά από ό,τι τους έχει πονέσει. Λαϊκά στο τρανζιστοράκι, ύπνος με θέα στον σκοτεινό ουρανό. Τέλος σκηνής.

Για τις επόμενες, οι θεατές οδηγούνται στον διπλανό χώρο του Cartel, που για τις ανάγκες της παράστασης έχει μετατραπεί σε μηχανουργείο ή συνεργείο, με το γραφείο του ιδιοκτήτη στην άκρη (φωτογραφία του Παντελίδη στον τοίχο, τηλεόραση ανοιχτή στη γωνία, ψυγείο και χρηματοκιβώτιο), το δωμάτιο του Κούρδου εργάτη στην άλλη άκρη, και δωματιάκια με ψευδοχωρίσματα για τους υπόλοιπους εργάτες στον επάνω όροφο. Κάθε αντικείμενο (από την αφίσα με τη γυμνή γυναίκα έως τον σάκο του μποξ, τα σιδερένια ντουλάπια, το καρότσι του σούπερ μάρκετ κ.ο.κ.) συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός σκηνικού χώρου που θα μπορούσε να υπάρχει (σκηνογραφία της Αλεξία Θεοδωράκη). Εργο, ηθοποιοί, χώρος, ήχοι και εικόνες έχουν δέσει τόσο καλά ώστε ο κόσμος της παράστασης να είναι η tranche de vie (φέτα ζωής) που επεδίωκαν εκατόν είκοσι χρόνια πριν οι νατουραλιστές.

Είναι ο ρεαλισμός εχθρός της φαντασίας, όπως έλεγε ο Μπωντλέρ; Είναι η πιστή απόδοση της «πραγματικότητας» ένα ακόμη «εφέ», όπως έλεγε ο Ρολάν Μπαρτ, μία ακόμη αστική ψευδαίσθηση; Νομίζω ότι πιο πλήρης απάντηση στο ζήτημα της «αλήθειας» της ρεαλιστικής απόδοσης της πραγματικότητας είναι αυτό που έγραψε ο Ενγκάρ Μορέν για το cinema verite: Υπάρχουν δύο τρόποι να την επιχειρήσει ο δημιουργός. Ο πρώτος είναι να υποκριθεί ότι μπορεί να παρουσιάσει την «πραγματικότητα» – ο δεύτερος να εκθέσει το πρόβλημα της (αποτύπωσης της) πραγματικότητας.

Πολύπλοκο ζήτημα. Ωστόσο, στις καλές στιγμές του, ο ρεαλισμός τόσο στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο, κατορθώνει κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό: δίνει σώμα και φωνή σε κατηγορίες «αόρατων» ανθρώπων, μας φέρνει αντιμέτωπους με συνθήκες και καταστάσεις που αγνοούν, ή αυτοπροστατευτικά απωθούν, τα πλέον προνομιούχα κοινωνικά στρώματα. Ναι, υπάρχουν κι αυτοί οι άνθρωποι δίπλα μας, απόκληροι, θύματα οικογενειακής ή κοινωνικής βίας, καταδικασμένοι από φυσικές αναπηρίες ή βεβαρημένη κληρονομικότητα. Κι έχουν και αυτοί τις ίδιες ανάγκες και επιθυμίες μ’ εμάς.

Μετά από δεκάδες επί δεκάδων παραστάσεις, όπου τον πρώτο λόγο έχουν η επιτήδευση, η εκκεντρικότητα και η ναρκισσιστική αυτοαναφορικότητα, οι οποίες προσφέρουν στο κοινό εγκεφαλική διέγερση αντί συγκίνησης, επιχειρήματα αντί αισθημάτων, μια παράσταση όπως το «Ανθρωποι και ποντίκια», έξοχα σκηνοθετημένη από τον Βασίλη Μπισμπίκη (που διόλου τυχαία πρωταγωνιστεί στην «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς», την καινούργια ταινία τού μετρ του ρεαλισμού, Γιάννη Οικονομίδη), μπορεί να σοκάρει. Οχι μόνο γιατί είναι σκληρή η πραγματικότητα των ανθρώπων που παρουσιάζει, αλλά και γιατί η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι ήρωες στη διασκευή της Αδαμίδου είναι ωμή και χυδαία, με βωμολοχίες και εκφράσεις που υπό το πρίσμα της πολιτικής ορθότητας είναι προσβλητικές και σεξιστικές.

Ακόμη και αν η νουβέλα του Στάινμπεκ δεν είχε απαγορευτεί από δημόσιες βιβλιοθήκες στις ΗΠΑ για τη γλώσσα των ηρώων, για τον ρατσισμό με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο μαύρος εργάτης, για το γέρικο σκυλί που ένας από τους άνδρες σκοτώνει εν είδει ευθανασίας, μια σκηνική εκδοχή σαν αυτή του Cartel θα ήταν αδύνατο να ανεβεί στην Αμερική. Παραείναι προκλητική. Ομως, αν μιλούσαν αλλιώς, τα πρόσωπα του έργου θα ήταν ψεύτικα.

Ας μη δημιουργηθεί, ωστόσο, η εντύπωση ότι δεν υπάρχουν ρωγμές που να επιτρέπουν να φανεί ότι η σκληρότητα των προσώπων του έργου είναι στάση άμυνας, και αναπόφευκτη συνέπεια της μεγάλης μοναξιάς τους. Λίγο να σκάψεις και η πληγωμένη ψυχούλα τους βγαίνει στο φως. Ακόμη και ο φόνος μπορεί να είναι μια ύστατη απόδειξη αγάπης.

Ο τρόπος που ερμηνεύουν τους ρόλους τους οι ηθοποιοί, απολύτως φυσικά παρά την προσοχή στη λεπτομέρεια της παραμικρής έκφρασης και χειρονομίας, εντυπωσιάζει. Μπράβο στον Μάνο Καζαμία, στον Γιώργο Σιδέρη, στον Θάνο Περιστέρη, στη Νικολέτα Κοτσαηλίδου, στον Στέλιο Τυριακίδη, στον Γιανμάζ Ερντάλ και στην Αγγέλα Πατσέλη.