ΘΕΑΤΡΟ

Σ. Σεϊρλή: «Το θέατρο μπορεί να γίνει επώδυνο»

s-seirli-to-theatro-mporei-na-ginei-epodyno-2300329

Η εβδομάδα  της Σοφίας Σεϊρλή μοιράζεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές γυναίκες, σε δύο θεατρικές γειτονιές. Από την Πέμπτη έως την Κυριακή στις «Ροές» στο Γκάζι και τα Δευτερότριτα στο μικρό «Γκλόρια» της οδού Ιπποκράτους.

Μάνες και οι δύο, η μία του Εμίλ Ζολά στην «Τερέζ Ρακέν» και η άλλη του Γκιλιέμ Κλούα στο «Χελιδόνι» που παίζει για δεύτερη σεζόν. «Και οι δύο βίωσαν την απώλεια του παιδιού τους. Δεν υπήρξα ποτέ μητέρα παρά μόνο στη σκηνή. Θεατρικά βιώνω την εμπειρία, αλλά σίγουρα δεν υπάρχει χειρότερη απώλεια από τον θάνατο του παιδιού σου».

Το εμβληματικό μυθιστόρημα του Εμίλ Ζολά θεωρήθηκε πορνογραφικό για τον ερωτισμό και την ακρότητά του όταν δημοσιεύθηκε το 1867. Μία επιστημονική ανάλυση της ανθρώπινης λειτουργίας το χαρακτήρισε ο δημιουργός του. Εκτοτε, το μυθιστόρημα–ταμπού έγινε πηγή έμπνευσης για πολλές ταινίες και σειρές. Στις «Ροές» παρουσιάζεται σε διασκευή και σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ, με τρόπο αφηγηματικό, από τους: Μαρία Κίτσου, Κώστα Βασαρδάνη, Θανάση Πατριαρχέα και την Σοφία Σεϊρλή η οποία υποδύεται την κ. Ρακέν.

Μια εγωκεντρική χήρα, εμπόρισσα ψιλικών που μεγάλωσε τον φιλάσθενο γιο της Καμίγ με ασφυκτική αγάπη και φροντίδα, και τον πάντρεψε με την ανιψιά της Τερέζ. Οταν εκείνος πέθανε δέχθηκε τον γάμο της σκοτεινής Τερέζ με τον Λοράν, παιδικό φίλο του Καμίγ, μη γνωρίζοντας πως το άγριο πάθος τους σαν γνωρίστηκαν, οδήγησε στη δολοφονία της γιου της. Ομως το παιχνίδι της ηδονής γίνεται εφιάλτης…

«Τα χαρακτηριστικά της κ. Ρακέν, ας μη γελιόμαστε, τα συναντάμε σε αρκετές καταπιεστικές γυναίκες και σήμερα. Οπως και της Αμέλια στο «Χελιδόνι». Μιας σύγχρονης μορφωμένης γυναίκας που όμως δεν αποδέχεται την ομοφυλοφιλία του γιου της». Ο Γκιλιέμ Κλούα από τις πιο καινοτόμες και διεισδυτικές φωνές του σύγχρονου ισπανικού θεάτρου, με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση της 12ης Ιουνίου 2016 στο gay bar του Ορλάντο, μιλά για τη ζωή, την αγάπη, την απώλεια, το μίσος, τη διαφορετικότητα.

«Δεν υπάρχουν πολλά καλά σύγχρονα έργα σήμερα. Γι’ αυτό συχνά βλέπουμε να ανεβαίνουν κλασικά κείμενα». Η Σεϊρλή από την ώρα που τελείωσε το 1975 τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, γνώριζε πως «υπάρχουν πράγματα που δεν ταιριάζουν σε όλους. Δεν είχα το κοριτσίστικο στοιχείο. Το ανακάλυψα στις “Δύσκολες νύχτες” της Μέλπως Αξιώτη. Ο Γιάννης Ρήγας μου το έλεγε “δεν είσαι καθαρή ντάμα”. Επιπλέον, δεν ήμουν ποτέ κυνηγός ρόλων. Αρνήθηκα σπουδαίους ρόλους επειδή δεν μου άρεσε το πλαίσιο της συνεργασίας».

43 χρόνια καριέρας

Οι ηρωίδες που τη γοητεύουν κι ας μην τις έπαιξε, είναι η Αμάντα στον «Γυάλινο κόσμο» του Τένεσι Ουίλιαμς, η Γουίνι στις «Ευτυχισμένες Ημέρες» του Μπέκετ, η Αρκάντινα στον «Γλάρο» του Τσέχοφ. Ομως, τα 43 χρόνια της καριέρας της που ξεκίνησε από το «Ελεύθερο θέατρο» είναι γεμάτα από επιλεγμένες συνεργασίες, διαλεχτούς σκηνοθέτες, συγκινητικές ερμηνείες, επιλεγμένες επιλογές στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. «Γίνονται ωραίες δουλειές στο θέατρο. Θαυμάζω τη γενιά των σημερινών 40άρηδων. Νέοι μορφωμένοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες που έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου είναι μια τέτοια περίπτωση. Μέσα σε αυτό που συμβαίνει στο ελληνικό θέατρο με τις σχολές, τον αριθμό των ηθοποιών, τον πληθωρισμό των παραστάσεων κάθε χρόνο, συμφωνώ με κάτι που είπε, νομίζω ο Βασίλης Παπαβασιλείου και το έγραψε ο Γιάννος Περλέγκας αν δεν κάνω λάθος: “Το θέατρο πεθαίνει από το πολύ θέατρο”. Να ακόμη ένα καλό παράδειγμα, ο Γιάννος».

Οταν οι νέοι καλλιτέχνες ζητούν τη γνώμη της είναι απόλυτη: «Αν δεν είστε τρελά ερωτευμένοι με το θέατρο, μην το ακολουθήσετε». Ο λαμπερός του κόσμος όπως βλέπουμε από την πλατεία, λέει πως «μπορεί να γίνει άχαρος, οδυνηρός σαν τρέχεις στις οντισιόν για έναν ρόλο, όταν δεν αμείβεσαι. Το θέατρο μπορεί να γίνει επώδυνο».

Το «φτάνει ώς εδώ» το λέει συχνά στον εαυτό της. «Δεν αντέχω τη λογική του σούπερ μάρκετ στο θέατρο όπου υπάρχουν πια τόσες εκδηλώσεις, τόσες αλλαγές σκηνικών, χωρίς να έχεις χώρο να κάνεις πρόβες. Είναι τραγικές οι συνθήκες πια. Αν εξαιρέσω το Εθνικό Θέατρο και δύο ακόμη σκηνές, το «Πορεία» του Τάρλοου και το «Κεφαλληνίας» της Μπέτυ Αρβανίτη, δεν υπάρχει σκηνή άνετη. Αλλά από την άλλη, ενώ σκέφτομαι όλα αυτά, δεν μπορώ χωρίς το θέατρο. Τις συνθήκες που γίνεται το θέατρο πια, δεν κατανοώ».